Φίλες και φίλοι,
σας καλωσορίζω στη Β΄ Ιστοσυνάντηση Ποιητικής Μετάφρασης. (Το λινκ παραπέμπει στο αγγελτήριο ποστ, όπου θα βρείτε και τα πέντε ποιήματα με τα οποία θα ασχοληθούμε.) Σας εύχομαι καλή ανάγνωση, και περιμένω τα σχόλιά σας — αλλά και τις συμμετοχές σας (ναι, προλαβαίνετε...).
William Shakespeare – Sonnet 98 (1609)
From you have I been absent in the spring,
When proud-pied April, dress'd in all his trim,
Hath put a spirit of youth in every thing,
That heavy Saturn laughed and leapt with him.
Yet nor the lays of birds, nor the sweet smell
Of different flowers in odour and in hue,
Could make me any summer's story tell,
Or from their proud lap pluck them where they grew:
Nor did I wonder at the lily's white,
Nor praise the deep vermilion in the rose;
They were but sweet, but figures of delight,
Drawn after you, you pattern of all those.
Yet seemed it winter still, and you away,
As with your shadow I with these did play.
[Και στην πρωτότυπη ορθογραφία — ευγενική προσφορά του Π.]
From you haue I beene absent in the spring,
When proud pide Aprill (drest in all his trim)
Hath put a spirit of youth in euery thing:
That heauie Saturne laught and leapt with him.
Yet nor the laies of birds, nor the sweet smell
Of different flowers in odor and in hew,
Could make me any summers story tell:
Or from their proud lap pluck them where they grew:
Nor did I wonder at the Lillies white,
Nor praise the deepe vermillion in the Rose,
They weare but sweet, but figures of delight:
Drawne after you, you patterne of all those.
Yet seem'd it Winter still, and you away,
As with your shaddow I with these did play.
______________________________________
Δεν ήμουν πλάι σου την άνοιξη αυτή
καθώς ο Απρίλης, πολύχρωμος και λαμπερός
της νιότης την πνοή φυσούσε μες στο κάθε τι -
ως και o Κρόνος γελούσε κι έπαιζε, ο σκοτεινός
Μα ούτε τα τραγούδια των πουλιών, ούτε η γλυκιά η ευωδιά
τόσων και τόσων λουλουδιών, με μύρια χρώματα κι οσμές
δε με κατάφεραν το καλοκαίρι να ιστορήσω ξανά
κι άνθη να δρέψω, απ’ τις θαυμάσιες της γης τις αγκαλιές.
Πώς να παινέσω το βαθύ το πορφυρό της τριανταφυλλιάς;
πώς να θαυμάσω το υπέροχο τού κρίνου το λευκό;
ανούσια ήταν χάδια, σκαριφήματα και μόνο της χαράς,
και πρότυπό τους μόνο εσύ, μοντέλο τους εσύ, μοναδικό.
Κι έμοιαζε γύρω παγερός χειμώνας, ναι, εσύ μακριά
κι εγώ εκεί, με τη σκιά σου λες να παίζω, με όλα αυτά.
Μετάφραση: Μαύρος Γάτος
______________________________________
Από εσένα είχα λείψει την Άνοιξη,
Όταν ο παρδαλός Απρίλιος, ντυμένος με όλα του τα στολίδια,
Είχε δώσει έναν αέρα νεότητας στο κάθε τι,
Έτσι που ακόμα και ο βαρύς ο Κρόνος γέλασε και πήδηξε μαζί του.
Όμως ούτε τα τραγούδια των πουλιών, ούτε η γλυκιά μυρωδιά
Λουλουδιών διαφορετικών σε άρωμα και υφή,
Μπορούσαν να με κάνουν να πω την ιστορία κάποιου καλοκαιριού,
Ή από το περήφανο περιτύλιγμά τους, εκεί όπου μεγάλωναν, να τα μαδήσω:
Ούτε θαύμασα το λευκό του κρίνου
Ούτε ύμνησα το βαθύ κόκκινο του ρόδου
Μολονότι ήταν γλυκύτατα, σαν σκιές απόλαυσης,
Σχεδιασμένες κατ’ εικόνα σου, εσύ το πρότυπο όλων.
Όμως φαινόταν ακόμα χειμώνας, κι εσύ μακριά,
Όπως με τη σκιά σου, έτσι έπαιξα και με αυτά.
Μετάφραση: An-Lu
______________________________________
Aυτή την άνοιξη εγώ δεν ήμουνα κοντά σου,
τότε που με την πλουμιστή του τη στολή ο Aπρίλης
τέτοια της νιότης χάρισε στο κάθε τι ανάσα
που γέλαγε και γλένταγε ως κι ο βαρύς ο Kρόνος.
Mα ούτε κελάηδημα πουλιών, ούτ' ευωδιά καμμία,
των λουλουδιών κάθε λογής το άρωμα ή το χρώμα,
δε φτάναν για να πω καλοκαιριάτικο τραγούδι
ή απ' την έξοχη της γης ποδιά κάποια να κόψω•
ούτε του κρίνου το λευκό μπορούσα να θαυμάσω,
ούτε το βαθυκόκκινο του ρόδου να παινέψω•
ήταν απόλαυση γλυκειά, μα ήταν μόνο εικόνες,
δικά σου είδωλα, όλα με πρότυπο εσένα.
Eσύ ήσουνα μακριά, κι ήταν για μένα σα χειμώνας,
κι έπαιζα μ' όλα αυτά σα νά 'παιζα με τη σκιά σου.
Mετάφραση: Π (βλέπε σχόλιο)
______________________________________
Την Άνοιξη μακριά σου είχα βρεθεί
Κι ο Απρίλης ρούχα πλουμιστά φορούσε
Η νιότη γέμιζε το καθετί
Κι ο Κρόνος ο βαρύς χασκογελούσε
Μα το εύηχο τραγούδι απ' τα πουλιά
Και τ' άνθη τα γεμάτα οσμή και χρώμα
Δεν φέρναν' στην καρδιά καμιά χαρά
Ούτε και στίχους όμορφους στο στόμα
Δεν θαύμαζα τα κρίνα τα λευκά,
Τα ρόδα και τα θέλγητρα της φύσης,
Γιατί όλα τούτα έμοιαζαν πλαστά,
Αντίγραφα, φτηνές απομιμήσεις
Για μένα ήταν χειμώνας μακριά σου
Κι ο κόσμος όλος ήταν σα σκιά σου.
Μετάφραση: cyrusgeo
UPDATE
Μέσα στη γενικότερη φούρια, ξέχασα (!) να ανεβάσω τη σχετική μουσική υπόκρουση. Επιλέξαμε (ο Π, στην ουσία) την M. Giles Hobies Galiard του John Dowland (1563-1626), με το σκεπτικό ότι ο συνθέτης είναι σύγχρονος του Σαίξπηρ.
Καλή ακρόαση.
25.11.06
Mεταφραστικά Mαργαριτάρια - Tρεις λαλούν και δυο χορεύουν...
(Γράφει ο Π)
Δύο ακόμα μικρές σειρές πολυτίμων λίθων που έχουμε κατά καιρούς εξορύξει από την αστείρευτη πηγή κάθε σοφίας.*
A. Kατηγορία "δεν σκεφτόμαστε και δεν πειράζουμε τίποτα"
"He was a member of the Trust". Trust μπορεί να είναι διοικητικό συμβούλιο ή κάποιου άλλους είδους ένωση. Kατά Filmnet "ήταν μέλος της Eμπιστοσύνης".
"Hotel guests only", επιγραφή σε πινακίδα: προφανώς επισημαίνει χώρο που διατίθεται μόνο για πελάτες του ξενοδοχείου. Στο Filmnet, πάλι, θεωρούν ότι είναι το όνομα της επιχειρήσεως: "Ξενοδοχείον οι φιλοξενούμενοι".
Άλλη επιγραφή, πάνω σε μηχανικό πιάνο αυτή τη φορά: "Medley Patriotic Songs". Medley είναι το ποτ-πουρί (συρραφή αποσπασμάτων από τραγούδια) - αλλά μπορεί και να είμαι αγεωγράφητος: κατά τη NET είναι "πατριωτικά τραγούδια του Mέντλεϋ".
Aνάλογα: "found refuge in the tranquility of a small town" (βρήκαν καταφύγιο στη γαλήνη μιάς μικρής πόλης). Kατά το αποβιώσαν Tempo, "βρήκαν καταφύγιο σε μιά μικρή πόλη, το Tρανκουίλιτυ".
Kαι μιά νέα γερμανική μικρή πόλη, από πρόσφατο ντοκυμανταίρ για τον Mπαχ στην ET3 (kirche γερμανικά είναι η εκκλησία, Άγιος Θωμάς η κεντρική εκκλησία της Λειψίας): "θα παιζόταν στον Άγιο Θωμά του Kίρχε".
Σε προχθεσινό δε ντοκυμανταίρ του Σκάι εξηγείται ότι τα μερμήγκια-φυλλοκόπτες, μεταφέροντας στις φωλιές τους κομμάτια φύλλων, συντελούν στον εμπλουτισμό του χώματος με φυσικό λίπασμα για τα δέντρα. Tο λίπασμα αγγλιστί είναι compost. Aναπόφευκτη, επομένως, η ζαχαροπλαστική μετάφραση: "στην ουσία περνούν τη ζωή τους φτιάχνοντας κομπόστα". Kαι μιλ-φέιγ, αναμφίβολα...
B. Kατηγορία "πώς διάολο προέκυψε τούτο το πράγμα;"
(Mου αρέσει πολύ να βρίσκω τι οδήγησε σε κάποιο μεταφραστικό λάθος. Για τα παρακάτω σηκώνω ψηλά τα χέρια:)
"The New York Yankees" - Star: "το θηρίο της Nέας Yόρκης".
"His intense sense of the meticulous" - Mακεδονία: "η συντροφικότητα".
"I would never spend so much money for something you wear around your neck" - Star: "ποτέ δεν θα ξόδευα τόσα λεφτά για ένα κόσμημα μερικών ωρών".
"...where scientists will observe the animals in their natural habitat" - ET1: "...όπου οι επιστήμονες θα δίνουν διαλέξεις".
"A porcelain-type finish" - Extra: "είχε σχήμα πετάλου".
"That was over a woman" - Alter: "ήταν αληθινός πόλεμος".
"Beats 'break a leg'!" - Mακεδονία: "τη δεύτερη φορά πιάνει".
"Bad manners to stare" - Alpha: "είναι επιχειρηματίας".
* "I find television very educating. Every time somebody turns on the set, I go into the other room and read a book."
- Groucho Marx
Δύο ακόμα μικρές σειρές πολυτίμων λίθων που έχουμε κατά καιρούς εξορύξει από την αστείρευτη πηγή κάθε σοφίας.*
A. Kατηγορία "δεν σκεφτόμαστε και δεν πειράζουμε τίποτα"
"He was a member of the Trust". Trust μπορεί να είναι διοικητικό συμβούλιο ή κάποιου άλλους είδους ένωση. Kατά Filmnet "ήταν μέλος της Eμπιστοσύνης".
"Hotel guests only", επιγραφή σε πινακίδα: προφανώς επισημαίνει χώρο που διατίθεται μόνο για πελάτες του ξενοδοχείου. Στο Filmnet, πάλι, θεωρούν ότι είναι το όνομα της επιχειρήσεως: "Ξενοδοχείον οι φιλοξενούμενοι".
Άλλη επιγραφή, πάνω σε μηχανικό πιάνο αυτή τη φορά: "Medley Patriotic Songs". Medley είναι το ποτ-πουρί (συρραφή αποσπασμάτων από τραγούδια) - αλλά μπορεί και να είμαι αγεωγράφητος: κατά τη NET είναι "πατριωτικά τραγούδια του Mέντλεϋ".
Aνάλογα: "found refuge in the tranquility of a small town" (βρήκαν καταφύγιο στη γαλήνη μιάς μικρής πόλης). Kατά το αποβιώσαν Tempo, "βρήκαν καταφύγιο σε μιά μικρή πόλη, το Tρανκουίλιτυ".
Kαι μιά νέα γερμανική μικρή πόλη, από πρόσφατο ντοκυμανταίρ για τον Mπαχ στην ET3 (kirche γερμανικά είναι η εκκλησία, Άγιος Θωμάς η κεντρική εκκλησία της Λειψίας): "θα παιζόταν στον Άγιο Θωμά του Kίρχε".
Σε προχθεσινό δε ντοκυμανταίρ του Σκάι εξηγείται ότι τα μερμήγκια-φυλλοκόπτες, μεταφέροντας στις φωλιές τους κομμάτια φύλλων, συντελούν στον εμπλουτισμό του χώματος με φυσικό λίπασμα για τα δέντρα. Tο λίπασμα αγγλιστί είναι compost. Aναπόφευκτη, επομένως, η ζαχαροπλαστική μετάφραση: "στην ουσία περνούν τη ζωή τους φτιάχνοντας κομπόστα". Kαι μιλ-φέιγ, αναμφίβολα...
B. Kατηγορία "πώς διάολο προέκυψε τούτο το πράγμα;"
(Mου αρέσει πολύ να βρίσκω τι οδήγησε σε κάποιο μεταφραστικό λάθος. Για τα παρακάτω σηκώνω ψηλά τα χέρια:)
"The New York Yankees" - Star: "το θηρίο της Nέας Yόρκης".
"His intense sense of the meticulous" - Mακεδονία: "η συντροφικότητα".
"I would never spend so much money for something you wear around your neck" - Star: "ποτέ δεν θα ξόδευα τόσα λεφτά για ένα κόσμημα μερικών ωρών".
"...where scientists will observe the animals in their natural habitat" - ET1: "...όπου οι επιστήμονες θα δίνουν διαλέξεις".
"A porcelain-type finish" - Extra: "είχε σχήμα πετάλου".
"That was over a woman" - Alter: "ήταν αληθινός πόλεμος".
"Beats 'break a leg'!" - Mακεδονία: "τη δεύτερη φορά πιάνει".
"Bad manners to stare" - Alpha: "είναι επιχειρηματίας".
* "I find television very educating. Every time somebody turns on the set, I go into the other room and read a book."
- Groucho Marx
22.11.06
Το πρωινό ενός βουλιμικού μπλόγκερ
(...στο Ξενοδοχείον "Η Μνήμη"...)
Η αφύπνιση στο κινητό χτυπά μονότονα, και η οθόνη του αναβοσβήνει με επιτακτικότητα. Η λιπαρή ανθρωπόμορφη μάζα αρχίζει να κινείται κάτω από τα σκεπάσματα, κι ένα πλοκάμι (ή μήπως είναι χέρι;) απλώνεται και σταματά το ενοχλητικό πρωινό «ήχος και φως».
Μια γρήγορη επίσκεψη στην τουαλέτα, κι αμέσως εκδρομή στο φούρνο «της γειτονιάς» — σε εισαγωγικά, γιατί απέχει τέσσερα ολόκληρα τετράγωνα, και τη διαδρομή αυτή τη μισεί, αν μπορούσε θα έσπαζε το πεζοδρόμιο, θα σήκωνε οδοφράγματα, θα ισοπέδωνε ολόκληρη την περιοχή.
Δεν μισεί τη διαδρομή — τον εαυτό του μισεί. Γιατί κάθε πρωί, χωρίς εξαίρεση, πρέπει (οπωσδήποτε) να πάει για την πρωινή σοδειά — δυο τυρόπιτες, δυο κασερόπιτες, ένα κρουασάν ζαμπόν-τυρί-μπεσαμέλ, δυο κρουασάν βουτύρου, ένα κρουασάν σοκολάτα, και για αργότερα ένα σακουλάκι τυροπιτάκια, δυο προφιτερόλ και ένα γεμιστό τσουρέκι. Και σοκολατούχο γάλα.
Η επιστροφή είναι γρήγορη — είναι πολύ ευκίνητος όταν είναι νηστικός, σχεδόν νευρικός. Πρέπει να καταστείλει αυτή την αίσθηση — δεν του αρέσει.
Φέρνει τη σοδειά στο γραφείο του και ανοίγει τον υπολογιστή. Καταπίνει τα πάντα σχεδόν αμάσητα, ενώ σερφάρει στα μπλογκ για να δει τι έγραψαν οι άλλοι αργά το βράδυ. Αυτός δεν μπορεί να ξενυχτήσει — τον πιάνει υπνηλία από τις 10, και ξυπνάει (με το ζόρι) στις 9. Και πάλι δεν του φτάνει ο ύπνος. Αν μπορούσε, θα κοιμόταν 14 ώρες. Αλλά πρέπει να δουλεύει και λίγο, γιατί η μαμά είπε ξεκάθαρα ότι δεν σκοπεύει να τον τρέφει άλλο — έχει περάσει τα 40, διάολε...
Σχολιάζει με κακεντρέχεια τα ποστ στα άλλα μπλογκ, με διαφορετικό ψευδώνυμο κάθε φορά, χτυπώντας με κόπο το (γεμάτο λίπος, ψίχουλα και σοκολάτα) πληκτρολόγιο. Του αρέσει να γράφει εντελώς παράλογα, αλλά με μια επίφαση λογικής, κάτι που ξέρει ότι θα κάνει έξω φρενών τους οικοδεσπότες και τους άλλους σχολιαστές. Είναι η μοναδική διασκέδαση που του έχει απομείνει — το φαγητό δεν του είναι πλέον απόλαυση, αλλά ανάγκη, σαν ναρκωτικό.
Τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, του έρχεται μια καταπληκτική ιδέα. Κακή στιγμή, γιατί πρέπει να πάει στην τουαλέτα — είναι υπέρτατη ανάγκη.
Όταν βγει από την τουαλέτα, μετά από μιάμιση ώρα, θα την έχει ξεχάσει...
Η αφύπνιση στο κινητό χτυπά μονότονα, και η οθόνη του αναβοσβήνει με επιτακτικότητα. Η λιπαρή ανθρωπόμορφη μάζα αρχίζει να κινείται κάτω από τα σκεπάσματα, κι ένα πλοκάμι (ή μήπως είναι χέρι;) απλώνεται και σταματά το ενοχλητικό πρωινό «ήχος και φως».
Μια γρήγορη επίσκεψη στην τουαλέτα, κι αμέσως εκδρομή στο φούρνο «της γειτονιάς» — σε εισαγωγικά, γιατί απέχει τέσσερα ολόκληρα τετράγωνα, και τη διαδρομή αυτή τη μισεί, αν μπορούσε θα έσπαζε το πεζοδρόμιο, θα σήκωνε οδοφράγματα, θα ισοπέδωνε ολόκληρη την περιοχή.
Δεν μισεί τη διαδρομή — τον εαυτό του μισεί. Γιατί κάθε πρωί, χωρίς εξαίρεση, πρέπει (οπωσδήποτε) να πάει για την πρωινή σοδειά — δυο τυρόπιτες, δυο κασερόπιτες, ένα κρουασάν ζαμπόν-τυρί-μπεσαμέλ, δυο κρουασάν βουτύρου, ένα κρουασάν σοκολάτα, και για αργότερα ένα σακουλάκι τυροπιτάκια, δυο προφιτερόλ και ένα γεμιστό τσουρέκι. Και σοκολατούχο γάλα.
Η επιστροφή είναι γρήγορη — είναι πολύ ευκίνητος όταν είναι νηστικός, σχεδόν νευρικός. Πρέπει να καταστείλει αυτή την αίσθηση — δεν του αρέσει.
Φέρνει τη σοδειά στο γραφείο του και ανοίγει τον υπολογιστή. Καταπίνει τα πάντα σχεδόν αμάσητα, ενώ σερφάρει στα μπλογκ για να δει τι έγραψαν οι άλλοι αργά το βράδυ. Αυτός δεν μπορεί να ξενυχτήσει — τον πιάνει υπνηλία από τις 10, και ξυπνάει (με το ζόρι) στις 9. Και πάλι δεν του φτάνει ο ύπνος. Αν μπορούσε, θα κοιμόταν 14 ώρες. Αλλά πρέπει να δουλεύει και λίγο, γιατί η μαμά είπε ξεκάθαρα ότι δεν σκοπεύει να τον τρέφει άλλο — έχει περάσει τα 40, διάολε...
Σχολιάζει με κακεντρέχεια τα ποστ στα άλλα μπλογκ, με διαφορετικό ψευδώνυμο κάθε φορά, χτυπώντας με κόπο το (γεμάτο λίπος, ψίχουλα και σοκολάτα) πληκτρολόγιο. Του αρέσει να γράφει εντελώς παράλογα, αλλά με μια επίφαση λογικής, κάτι που ξέρει ότι θα κάνει έξω φρενών τους οικοδεσπότες και τους άλλους σχολιαστές. Είναι η μοναδική διασκέδαση που του έχει απομείνει — το φαγητό δεν του είναι πλέον απόλαυση, αλλά ανάγκη, σαν ναρκωτικό.
Τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, του έρχεται μια καταπληκτική ιδέα. Κακή στιγμή, γιατί πρέπει να πάει στην τουαλέτα — είναι υπέρτατη ανάγκη.
Όταν βγει από την τουαλέτα, μετά από μιάμιση ώρα, θα την έχει ξεχάσει...
19.11.06
To μυαλό τους και μια λίρα...
(Γράφει ο Π).
Ή, για την ακρίβεια, 495 δολλάρια, γιατί τόσο κοστίζει αυτό το μαραφέτι, που απευθύνεται σε ραβδοσκόπους και άλλους ανάλογα προικισμένους (με απεριόριστη βλακεία). Tο βρήκα συνεχίζοντας το ψάξιμο που άρχισε ο cyrusgeo για τις γραμμές Hartmann.
Tο πράγμα αυτό (που προφανώς δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κομμάτι γυαλί πάνω σε μια βάση με ένα λαμπάκι μέσα της) είναι, λέει, «ολοκαίνουργια τεχνολογία που βασίζεται στο φως και δημιουργεί ενεργειακό πεδίο σε αρμονία με τη ζωτική δύναμη του σώματός σας». «Παράγει ενέργεια παρόμοια με τις ενέργειες με τις οποίες έχετε συνηθίσει να δουλεύετε ως ραβδοσκόποι». «Oι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν άμεσα την ενέργεια με τα χέρια τους, ακόμα κι αν δεν είναι καθόλου εξασκημένοι στην ενεργειακή δουλειά».
Tο site περιλαμβάνει και ένα λινκ για «τα αποτελέσματα» μιας «άτυπης μελέτης». Eκεί αναφέρεται ότι ζητήθηκε από 88 κοινούς θνητούς και από 33 άτομα που δουλεύουν με την 'ενέργεια' να βάλουν το χέρι τους πάνω από το μαραφέτι και να διαπιστώσουν τι αισθάνονται. Bεβαίως 83% των πρώτων και 100% (φυσικά) των δεύτερων αισθάνθηκε κάτι. H 'έρευνα' καταλήγει: «δεν θα σας πούμε εδώ τι αισθάνθηκαν, γιατί θέλουμε να έχετε κι εσείς την εμπειρία μόνοι σας!»
Tι ακριβώς κάνει το μαραφέτι; «Έχει την ικανότητα να καθαρίζει και να προγραμματίζει αντικείμενα όπως κρυστάλλους, κοσμήματα, ματογυάλια, ή το εκκρεμές σας. Oι ραβδοσκόποι διαπιστώνουν συχνά πως τα εκκρεμή τους γίνονται πιο ευαίσθητα».
Έχει και επιλογές για τις κατάλληλες κατά περίπτωση ρυθμίσεις. Προσέξτε όμως: δεν έχει τίποτε διακόπτες ή κουμπιά για την επιλογή - αυτά είναι ξεπερασμένη τεχνολογία. Tην επιλογή την κάνετε μόνοι σας: «καθορίζετε τις κατάλληλες ρυθμίσεις χρησιμοποιώντας ένα εκκρεμές, ραβδοσκόπηση ή άλλες ανάλογες τεχνικές. Oι ραβδοσκοπικές σας ικανότητες παρέχουν ένα απλό τρόπο να καθορίσετε μιά από τις προ-προγραμματισμένες ρυθμίσεις όπως τσάκρα, μεσημβρινούς βελονισμού, όργανα, συστήματα του σώματος, βελονισμό πέντε στοιχείων ή αγιουρβέδα».
«Oι πιο πολλές ενεργειακές συσκευές κοστίζουν χιλιάδες δολλάρια», λέει το site, ενώ αυτό «έχει τιμή προσιτή σχεδόν σε όλους». Aς σπεύσουμε: αν το IQ μας είναι μονοψήφιο μπορεί να δικαιούμαστε και έκπτωση...
Π
Ή, για την ακρίβεια, 495 δολλάρια, γιατί τόσο κοστίζει αυτό το μαραφέτι, που απευθύνεται σε ραβδοσκόπους και άλλους ανάλογα προικισμένους (με απεριόριστη βλακεία). Tο βρήκα συνεχίζοντας το ψάξιμο που άρχισε ο cyrusgeo για τις γραμμές Hartmann.Tο πράγμα αυτό (που προφανώς δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κομμάτι γυαλί πάνω σε μια βάση με ένα λαμπάκι μέσα της) είναι, λέει, «ολοκαίνουργια τεχνολογία που βασίζεται στο φως και δημιουργεί ενεργειακό πεδίο σε αρμονία με τη ζωτική δύναμη του σώματός σας». «Παράγει ενέργεια παρόμοια με τις ενέργειες με τις οποίες έχετε συνηθίσει να δουλεύετε ως ραβδοσκόποι». «Oι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν άμεσα την ενέργεια με τα χέρια τους, ακόμα κι αν δεν είναι καθόλου εξασκημένοι στην ενεργειακή δουλειά».
Tο site περιλαμβάνει και ένα λινκ για «τα αποτελέσματα» μιας «άτυπης μελέτης». Eκεί αναφέρεται ότι ζητήθηκε από 88 κοινούς θνητούς και από 33 άτομα που δουλεύουν με την 'ενέργεια' να βάλουν το χέρι τους πάνω από το μαραφέτι και να διαπιστώσουν τι αισθάνονται. Bεβαίως 83% των πρώτων και 100% (φυσικά) των δεύτερων αισθάνθηκε κάτι. H 'έρευνα' καταλήγει: «δεν θα σας πούμε εδώ τι αισθάνθηκαν, γιατί θέλουμε να έχετε κι εσείς την εμπειρία μόνοι σας!»
Tι ακριβώς κάνει το μαραφέτι; «Έχει την ικανότητα να καθαρίζει και να προγραμματίζει αντικείμενα όπως κρυστάλλους, κοσμήματα, ματογυάλια, ή το εκκρεμές σας. Oι ραβδοσκόποι διαπιστώνουν συχνά πως τα εκκρεμή τους γίνονται πιο ευαίσθητα».
Έχει και επιλογές για τις κατάλληλες κατά περίπτωση ρυθμίσεις. Προσέξτε όμως: δεν έχει τίποτε διακόπτες ή κουμπιά για την επιλογή - αυτά είναι ξεπερασμένη τεχνολογία. Tην επιλογή την κάνετε μόνοι σας: «καθορίζετε τις κατάλληλες ρυθμίσεις χρησιμοποιώντας ένα εκκρεμές, ραβδοσκόπηση ή άλλες ανάλογες τεχνικές. Oι ραβδοσκοπικές σας ικανότητες παρέχουν ένα απλό τρόπο να καθορίσετε μιά από τις προ-προγραμματισμένες ρυθμίσεις όπως τσάκρα, μεσημβρινούς βελονισμού, όργανα, συστήματα του σώματος, βελονισμό πέντε στοιχείων ή αγιουρβέδα».«Oι πιο πολλές ενεργειακές συσκευές κοστίζουν χιλιάδες δολλάρια», λέει το site, ενώ αυτό «έχει τιμή προσιτή σχεδόν σε όλους». Aς σπεύσουμε: αν το IQ μας είναι μονοψήφιο μπορεί να δικαιούμαστε και έκπτωση...
Π
16.11.06
Β΄ Ι.Π.Μ. — Υπενθύμιση
Σας υπενθυμίζω ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η Β΄ Ιστοσυνάντηση Ποιητικής Μετάφρασης, και ότι περιμένω τις συμμετοχές σας στο e-mail που θα βρείτε στο προφίλ μου. Μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα ξεκινήσουμε με τον Σαίξπηρ, και θα συνεχίσουμε με τη σειρά που παρατίθενται τα ποιήματα στο ποστ της Ιστοσυνάντησης.
Σπεύσατε...
Σπεύσατε...
14.11.06
Λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει...
Συχνά αναρωτιέμαι πώς γίνεται και τόσοι περιαστικοί μύθοι, τόσες δεισιδαιμονίες και τόσα ψεύδη επιζούν, διασπείρονται και διαιωνίζονται, παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη καταρριφθεί, απορριφθεί και αποκαλυφθεί.
Μια αιτία είναι η προθυμία (για να μην πω «αυταπάρνηση») με την οποία πολλοί άνθρωποι (ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου) αποδέχονται, άκριτα, πράγματα που τους φαίνονται ελκυστικά και που, κατά βάθος, θα ήθελαν να είναι αλήθεια — ίσως γιατί αγγίζουν ευαίσθητες προσωπικές χορδές ή ευσεβείς πόθους.
Μια άλλη αιτία είναι η γκεμπελική μέθοδος που ακολουθούν (πολλές φορές άθελά τους) οι προπαγανδιστές αυτών των μύθων, δεισιδαιμονιών και ψευδών.
Είναι η γνωστή μέθοδος «λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει».
Μη φοβάστε, δεν θα ακολουθήσει ανάλυση (ποιος προλαβαίνει, εξάλλου…) — απλώς θα αναφερθώ σε δυο πολύ πρόσφατα κρούσματα.
Χθες το πρωί, ο κ. Αυτιάς έκανε, ως συνήθως, την εκπομπή του στον Alpha, την οποία πέτυχα, φυσικά, στο ζάπινγκ (είναι η ώρα που ετοιμάζομαι να φύγω για δουλειά). Δεν είδα το θέμα απ’ την αρχή, αλλά κατάλαβα ότι μιλούσαν για έναν 24χρονο φοιτητή που γιατρεύτηκε χάρη σε μια νέα ιατρική μέθοδο βασισμένη στα βλαστοκύτταρα. Σ’ αυτές τις εκπομπές (όπως και στις ειδήσεις, στα κουτσομπολιά, στα πρωινάδικα κ.τ.λ.) βάζουν από κάτω (ή από πάνω) λεζάντες, που δίνουν κάποιον «τίτλο» στο θέμα που συζητιέται εκείνη τη στιγμή.
Η λεζάντα στην οθόνη έγραφε:
«Από θαύμα σώθηκε 24χρονος φοιτητής».
Μπορεί να πει κανείς ότι ήταν ένα αθώο λάθος «εκ παραδρομής» — εγώ λέω ότι, ακόμη κι έτσι να είναι, δείχνει ξεκάθαρα την κυρίαρχη νοοτροπία: Ό,τι δεν καταλαβαίνει ο «μέσος τηλεθεατής» είναι θαύμα. Δεν υπάρχει επιστήμη, δεν υπάρχει τεχνολογία, δεν υπάρχει έρευνα — όλα είναι «θαύματα». Άρα (βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα στο νου του «μέσου τηλεθεατή»), αφού είναι θαύματα, έχει βάλει το χεράκι του ο Θεός, ο Χριστός, η Παναγία ή κάποιος άλλος από το λεφούσι των «Αγίων της Πίστεώς μας», που λέει κι ο κ. Καρατζαφέρης στο ομότιτλο βιβλίο του. Επιτέλους, η επιστήμη δεν είναι «θαύμα», δεν στηρίζεται σε «θαύματα», ούτε κάνει «θαύματα». Είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία, συχνά άχαρη και άκαρπη. Κι όποτε καταφέρνει να αποδώσει καρπούς, οφείλουμε τουλάχιστον να της το αναγνωρίζουμε, κι όχι να μιλάμε για «θαύματα», λες και τον 24χρονο τον είχε «τάξει» η μάνα του στην Παναγιά την Τριχερούσα κι εκείνη «έβαλε βύσμα» στον Πανάγαθο να τον θεραπεύσει.
Αλλά μάλλον δεν επρόκειτο περί παραδρομής, καθώς, αμέσως μετά, ακολούθησε ένα «ρεπορτάζ» που παρουσίαζε έναν ραβδοσκόπο που έβρισκε, λέει, νερό κρατώντας ένα κλαδάκι ελιάς σε σχήμα Υ. Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα: πρώτα εθίζουμε τον κόσμο στο να ψάχνει παντού μεταφυσικές εξηγήσεις, και μετά του πλασάρουμε ό,τι θέλουμε…
Το άλλο πρόσφατο κρούσμα είναι (το μαντέψατε!) από την εκπομπή του κ. Λιακόπουλου, ο οποίος επιμένει να διασπείρει παρανοϊκές θεωρίες συνωμοσίας που έχουν καταρριφθεί προ πολλού. Το νέο τροπάριό του είναι ότι δεν πήγαμε στο φεγγάρι, κι ότι το βίντεο από την αποστολή του Apollo 11 είναι γυρισμένο σε στούντιο. Και δώσ’ του φωτογραφίες με «ύποπτα» σημεία, και δώσ’ του «αναπάντητα» ερωτήματα, και δώσ’ του (εμφανώς πλαστά) βίντεο που δείχνουν προβολείς να πέφτουν πίσω από τους «αστροναύτες»…
Σ’ αυτούς τους ιδεολογικούς χώρους, όπως είναι απόλυτα φυσικό, η τακτική «λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει» είναι ψωμοτύρι. Τι κι αν οι άλλοι προσκομίζουν αποδείξεις; Εμάς, σκασίλα μας. Εμείς θα λέμε συνέχεια το τροπάρι μας σαν να μην τρέχει τίποτε. Στοιχεία οι άλλοι; Επαναλήψεις εμείς. Λογικές εξηγήσεις οι άλλοι; Τυφλόμυγα εμείς. Από την πόλη έρχονται οι άλλοι; Στην κορφή κανέλλα εμείς.
Πάρτε και μερικά λινκ, γιατί, πώς να το κάνουμε, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι τα έχουν πει πολύ καλύτερα στο παρελθόν:
Clavius.org
Redzero’s Moon Hoax
Bad Astronomy
Goddard’s Journal
Jim Scotti's “Not Faked”
Και μια φωτό από τη NASA
Μια αιτία είναι η προθυμία (για να μην πω «αυταπάρνηση») με την οποία πολλοί άνθρωποι (ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου) αποδέχονται, άκριτα, πράγματα που τους φαίνονται ελκυστικά και που, κατά βάθος, θα ήθελαν να είναι αλήθεια — ίσως γιατί αγγίζουν ευαίσθητες προσωπικές χορδές ή ευσεβείς πόθους.
Μια άλλη αιτία είναι η γκεμπελική μέθοδος που ακολουθούν (πολλές φορές άθελά τους) οι προπαγανδιστές αυτών των μύθων, δεισιδαιμονιών και ψευδών.
Είναι η γνωστή μέθοδος «λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει».
Μη φοβάστε, δεν θα ακολουθήσει ανάλυση (ποιος προλαβαίνει, εξάλλου…) — απλώς θα αναφερθώ σε δυο πολύ πρόσφατα κρούσματα.
Χθες το πρωί, ο κ. Αυτιάς έκανε, ως συνήθως, την εκπομπή του στον Alpha, την οποία πέτυχα, φυσικά, στο ζάπινγκ (είναι η ώρα που ετοιμάζομαι να φύγω για δουλειά). Δεν είδα το θέμα απ’ την αρχή, αλλά κατάλαβα ότι μιλούσαν για έναν 24χρονο φοιτητή που γιατρεύτηκε χάρη σε μια νέα ιατρική μέθοδο βασισμένη στα βλαστοκύτταρα. Σ’ αυτές τις εκπομπές (όπως και στις ειδήσεις, στα κουτσομπολιά, στα πρωινάδικα κ.τ.λ.) βάζουν από κάτω (ή από πάνω) λεζάντες, που δίνουν κάποιον «τίτλο» στο θέμα που συζητιέται εκείνη τη στιγμή.
Η λεζάντα στην οθόνη έγραφε:
«Από θαύμα σώθηκε 24χρονος φοιτητής».
Μπορεί να πει κανείς ότι ήταν ένα αθώο λάθος «εκ παραδρομής» — εγώ λέω ότι, ακόμη κι έτσι να είναι, δείχνει ξεκάθαρα την κυρίαρχη νοοτροπία: Ό,τι δεν καταλαβαίνει ο «μέσος τηλεθεατής» είναι θαύμα. Δεν υπάρχει επιστήμη, δεν υπάρχει τεχνολογία, δεν υπάρχει έρευνα — όλα είναι «θαύματα». Άρα (βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα στο νου του «μέσου τηλεθεατή»), αφού είναι θαύματα, έχει βάλει το χεράκι του ο Θεός, ο Χριστός, η Παναγία ή κάποιος άλλος από το λεφούσι των «Αγίων της Πίστεώς μας», που λέει κι ο κ. Καρατζαφέρης στο ομότιτλο βιβλίο του. Επιτέλους, η επιστήμη δεν είναι «θαύμα», δεν στηρίζεται σε «θαύματα», ούτε κάνει «θαύματα». Είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία, συχνά άχαρη και άκαρπη. Κι όποτε καταφέρνει να αποδώσει καρπούς, οφείλουμε τουλάχιστον να της το αναγνωρίζουμε, κι όχι να μιλάμε για «θαύματα», λες και τον 24χρονο τον είχε «τάξει» η μάνα του στην Παναγιά την Τριχερούσα κι εκείνη «έβαλε βύσμα» στον Πανάγαθο να τον θεραπεύσει.
Αλλά μάλλον δεν επρόκειτο περί παραδρομής, καθώς, αμέσως μετά, ακολούθησε ένα «ρεπορτάζ» που παρουσίαζε έναν ραβδοσκόπο που έβρισκε, λέει, νερό κρατώντας ένα κλαδάκι ελιάς σε σχήμα Υ. Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα: πρώτα εθίζουμε τον κόσμο στο να ψάχνει παντού μεταφυσικές εξηγήσεις, και μετά του πλασάρουμε ό,τι θέλουμε…
Το άλλο πρόσφατο κρούσμα είναι (το μαντέψατε!) από την εκπομπή του κ. Λιακόπουλου, ο οποίος επιμένει να διασπείρει παρανοϊκές θεωρίες συνωμοσίας που έχουν καταρριφθεί προ πολλού. Το νέο τροπάριό του είναι ότι δεν πήγαμε στο φεγγάρι, κι ότι το βίντεο από την αποστολή του Apollo 11 είναι γυρισμένο σε στούντιο. Και δώσ’ του φωτογραφίες με «ύποπτα» σημεία, και δώσ’ του «αναπάντητα» ερωτήματα, και δώσ’ του (εμφανώς πλαστά) βίντεο που δείχνουν προβολείς να πέφτουν πίσω από τους «αστροναύτες»…
Σ’ αυτούς τους ιδεολογικούς χώρους, όπως είναι απόλυτα φυσικό, η τακτική «λέγε, λέγε, κάτι θα μείνει» είναι ψωμοτύρι. Τι κι αν οι άλλοι προσκομίζουν αποδείξεις; Εμάς, σκασίλα μας. Εμείς θα λέμε συνέχεια το τροπάρι μας σαν να μην τρέχει τίποτε. Στοιχεία οι άλλοι; Επαναλήψεις εμείς. Λογικές εξηγήσεις οι άλλοι; Τυφλόμυγα εμείς. Από την πόλη έρχονται οι άλλοι; Στην κορφή κανέλλα εμείς.
Πάρτε και μερικά λινκ, γιατί, πώς να το κάνουμε, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι τα έχουν πει πολύ καλύτερα στο παρελθόν:
Clavius.org
Redzero’s Moon Hoax
Bad Astronomy
Goddard’s Journal
Jim Scotti's “Not Faked”
Και μια φωτό από τη NASA
13.11.06
Να τον χαίρεστε τον Firefox σας...
...εγώ δεν θα πάρω άλλο.
Πριν από λίγο ο (ολοκαίνουργιος) Firefox 2.0 αποφάσισε, έτσι, με δική του πρωτοβουλία, να κρασάρει το μηχάνημά μου (συγχαρητήρια, κύριοι, τα καταφέρατε -- είχα να δω μπλε οθόνη πάρα πολύ καιρό).
Η πλάκα (αν και πρέπει να πω ότι καθόλου δεν γέλασα) είναι ότι, μετά την επανεκκίνηση, ο κ. Firefox αποφάσισε ότι δεν γούσταρε πλέον ούτε τις προσωπικές μου ρυθμίσεις ούτε τα bookmarks μου, και τα αφάνισε!!!
Αυτό, τώρα, με φέρνει στην εξής δύσκολη θέση:
1. Ο Firefox για μένα είναι πλέον παρελθόν.
2. Ο Opera έχει μερικές παραξενιές που μου κάνουν τη ζωή δύσκολη -- για παράδειγμα, αρνείται να υιοθετήσει τις προσωπικές μου επιλογές χρωμάτων (δουλεύω συνήθως με γκρίζα γράμματα σε μαύρο φόντο), και επίσης αρνείται να θυμηθεί το nick και το password που χρησιμοποιώ στον Blogger. Έτσι, δεν νομίζω ότι θα τον χρησιμοποιώ.
3. Ο Internet Explorer είναι απαράδεκτος από κάθε άποψη -- ακόμη και στην καινούργια έκδοση.
Τι να κάνω; Καμιά πρόταση;
UPDATE: Με παρέμβαση του φίλτατου broccoli ξαναβρήκα τα bookmarks και, τουλάχιστον, μπορώ να τα μεταφέρω και στον Opera για περαιτέρω ασφάλεια. Η εμπιστοσύνη μου κλονίστηκε, πάντως. Καλά έλεγε η Λουκά — αυτά τα παλιομηχανήματα, τα παλιοπρογράμματα και τα παλιοδίκτυα είναι του Διαβόλου...
ΕΤΕΡΟΝ UPDATE: Ευχαριστώ de profundis τους φίλους συμπλόγκερ που έσπευσαν εις βοήθειαν. Τα συμπεράσματά μου είναι:
α) Μάλλον θα επιμείνω στον Firefox, λόγω του εξαιρετικά ιδιοσυγκρατικού τρόπου με τον οποίο θέλω να βλέπω τις ιστοσελίδες.
β) Μάλλον δεν έφταιγε αμιγώς ο Firefox, και ίσως δεν έπρεπε να τον πιάσω απ' τα μούτρα (θα δείξει...).
γ) Θα επεκτείνω το backup μου και σε πράγματα πέραν των αρχείων. (O Yosemite Sam προτείνει κάποιο πρόγραμμα στα σχόλια.)
δ) Ο βασικός ύποπτος είναι τα μπλογκ με ενσωματωμένη μουσική που ξεκινάει αυτόματα. Οπότε, αυτά θα τα ανοίγω ξεχωριστά και ένα-ένα (τα άλλα, ως καλομαθημένος ADSLάκιας, θα συνεχίσω να τα ανοίγω κατά εικοσάδες ή τριαντάδες).
Ευχαριστώ άπαντας και επιστρέφω πάραυτα στη συνήθη θεματολογία...
Πριν από λίγο ο (ολοκαίνουργιος) Firefox 2.0 αποφάσισε, έτσι, με δική του πρωτοβουλία, να κρασάρει το μηχάνημά μου (συγχαρητήρια, κύριοι, τα καταφέρατε -- είχα να δω μπλε οθόνη πάρα πολύ καιρό).
Η πλάκα (αν και πρέπει να πω ότι καθόλου δεν γέλασα) είναι ότι, μετά την επανεκκίνηση, ο κ. Firefox αποφάσισε ότι δεν γούσταρε πλέον ούτε τις προσωπικές μου ρυθμίσεις ούτε τα bookmarks μου, και τα αφάνισε!!!
Αυτό, τώρα, με φέρνει στην εξής δύσκολη θέση:
1. Ο Firefox για μένα είναι πλέον παρελθόν.
2. Ο Opera έχει μερικές παραξενιές που μου κάνουν τη ζωή δύσκολη -- για παράδειγμα, αρνείται να υιοθετήσει τις προσωπικές μου επιλογές χρωμάτων (δουλεύω συνήθως με γκρίζα γράμματα σε μαύρο φόντο), και επίσης αρνείται να θυμηθεί το nick και το password που χρησιμοποιώ στον Blogger. Έτσι, δεν νομίζω ότι θα τον χρησιμοποιώ.
3. Ο Internet Explorer είναι απαράδεκτος από κάθε άποψη -- ακόμη και στην καινούργια έκδοση.
Τι να κάνω; Καμιά πρόταση;
UPDATE: Με παρέμβαση του φίλτατου broccoli ξαναβρήκα τα bookmarks και, τουλάχιστον, μπορώ να τα μεταφέρω και στον Opera για περαιτέρω ασφάλεια. Η εμπιστοσύνη μου κλονίστηκε, πάντως. Καλά έλεγε η Λουκά — αυτά τα παλιομηχανήματα, τα παλιοπρογράμματα και τα παλιοδίκτυα είναι του Διαβόλου...
ΕΤΕΡΟΝ UPDATE: Ευχαριστώ de profundis τους φίλους συμπλόγκερ που έσπευσαν εις βοήθειαν. Τα συμπεράσματά μου είναι:
α) Μάλλον θα επιμείνω στον Firefox, λόγω του εξαιρετικά ιδιοσυγκρατικού τρόπου με τον οποίο θέλω να βλέπω τις ιστοσελίδες.
β) Μάλλον δεν έφταιγε αμιγώς ο Firefox, και ίσως δεν έπρεπε να τον πιάσω απ' τα μούτρα (θα δείξει...).
γ) Θα επεκτείνω το backup μου και σε πράγματα πέραν των αρχείων. (O Yosemite Sam προτείνει κάποιο πρόγραμμα στα σχόλια.)
δ) Ο βασικός ύποπτος είναι τα μπλογκ με ενσωματωμένη μουσική που ξεκινάει αυτόματα. Οπότε, αυτά θα τα ανοίγω ξεχωριστά και ένα-ένα (τα άλλα, ως καλομαθημένος ADSLάκιας, θα συνεχίσω να τα ανοίγω κατά εικοσάδες ή τριαντάδες).
Ευχαριστώ άπαντας και επιστρέφω πάραυτα στη συνήθη θεματολογία...
12.11.06
Η ψευδοεπιστήμη στην TV — επεισόδιο 12.837
Πάνω στο ζάπινγκ (μια τέχνη που ασκώ πού και πού όταν έχω λίγο χρόνο μεταξύ υποχρεώσεων), πετυχαίνω στην ΕΤ3 έναν τύπο που έλεγε κάτι για «γραμμές Χάρτμαν». Όπως ήταν φυσικό, σταμάτησα εκεί για να ακούσω τη συνέχεια — και η συνέχεια δεν με απογοήτευσε καθόλου.
Ο τύπος συνέχισε να μιλά, κάνοντας αναφορές σε γεωμαγνητικά / βαρυτικά πεδία, γήινα ηλεκτρομαγνητικά πεδία και γεωμαγνητικούς κόμβους, ενώ η οθόνη τον έδειχνε να «ανιχνεύει» αυτά τα πεδία κρατώντας μεταλλικές ράβδους, ακριβώς σαν εκείνες που χρησιμοποιούνται στη ραβδοσκοπία και τη ραβδομαντεία — καθώς επίσης και εκκρεμές με κρύσταλλο χαλαζία (πολύ γέλιο...).
Και, βέβαια, η όλη ιστορία διανθίστηκε και με αφηγήσεις για το πώς οι σκύλοι αποφεύγουν να κάθονται πάνω στις «γραμμές Χάρτμαν» και στους κόμβους που αυτές σχηματίζουν, ενώ οι γάτες επιλέγουν να κοιμούνται ακριβώς εκεί, και γι’ αυτό, όταν ξυπνάνε, τεντώνονται και το τρίχωμά τους σηκώνεται, γιατί, λέει, «αποφορτίζουν την αρνητική ενέργεια που έχουν μαζέψει». Επίσης, τα μυρμήγκια, λέει, ακολουθούν αυτές τις γραμμές για να μπορούν να προσανατολίζονται.
Άσε που, αν το κρεβάτι σου είναι πάνω σε τέτοιες γραμμές, ή κόμβους, είναι βέβαιο ότι θα πάθεις καρκίνο! (Όλοι όσοι έχετε γάτες που στρογγυλοκάθονται στο κρεβάτι σας ή στον καναπέ σας μάλλον έχετε ήδη πεθάνει και δεν το ξέρετε...)
Το ωραίο, όμως, δεν σας το είπα ακόμη — αν και είμαι βέβαιος ότι το υποπτευθήκατε:
Αυτές οι «γραμμές Χάρτμαν» δεν μπορούν να ανιχνευθούν με καμία επιστημονική μέθοδο και με κανένα (υπερσύγχρονο και υπερευαίσθητο) μηχάνημα. Ο μόνος τρόπος να τις εντοπίσεις είναι μέσω της ραβδοσκοπίας.
Να το πω και με άλλα λόγια;
Ο τύπος έπαιρνε ως δεδομένο (και δεν είναι ο μόνος, βέβαια) ότι υπάρχει κάτι που:
α) δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδείξει ότι υπάρχει
και
β) ο μόνος τρόπος να το «μετρήσει» είναι να χρησιμοποιήσει μια μέθοδο που είναι διαβόητη για την αναξιοπιστία της — για να μην πω ότι είναι πέρα για πέρα απάτη και προσβληθούν ορισμένοι...
Όσο για τις «προτιμήσεις» των ζώων, έχω να πω ότι η επιλεκτική κρίση κάνει θαύματα...
Αν σας αρέσει το διάβασμα (και δη στα Αγγλικά), ρίξτε μια ματιά εδώ (για μια κάπως πιο «ουδέτερη» παρουσίαση) και εδώ (για μια κάπως πιο ορθολογική προσέγγιση).
Ο τύπος συνέχισε να μιλά, κάνοντας αναφορές σε γεωμαγνητικά / βαρυτικά πεδία, γήινα ηλεκτρομαγνητικά πεδία και γεωμαγνητικούς κόμβους, ενώ η οθόνη τον έδειχνε να «ανιχνεύει» αυτά τα πεδία κρατώντας μεταλλικές ράβδους, ακριβώς σαν εκείνες που χρησιμοποιούνται στη ραβδοσκοπία και τη ραβδομαντεία — καθώς επίσης και εκκρεμές με κρύσταλλο χαλαζία (πολύ γέλιο...).
Και, βέβαια, η όλη ιστορία διανθίστηκε και με αφηγήσεις για το πώς οι σκύλοι αποφεύγουν να κάθονται πάνω στις «γραμμές Χάρτμαν» και στους κόμβους που αυτές σχηματίζουν, ενώ οι γάτες επιλέγουν να κοιμούνται ακριβώς εκεί, και γι’ αυτό, όταν ξυπνάνε, τεντώνονται και το τρίχωμά τους σηκώνεται, γιατί, λέει, «αποφορτίζουν την αρνητική ενέργεια που έχουν μαζέψει». Επίσης, τα μυρμήγκια, λέει, ακολουθούν αυτές τις γραμμές για να μπορούν να προσανατολίζονται.
Άσε που, αν το κρεβάτι σου είναι πάνω σε τέτοιες γραμμές, ή κόμβους, είναι βέβαιο ότι θα πάθεις καρκίνο! (Όλοι όσοι έχετε γάτες που στρογγυλοκάθονται στο κρεβάτι σας ή στον καναπέ σας μάλλον έχετε ήδη πεθάνει και δεν το ξέρετε...)
Το ωραίο, όμως, δεν σας το είπα ακόμη — αν και είμαι βέβαιος ότι το υποπτευθήκατε:
Αυτές οι «γραμμές Χάρτμαν» δεν μπορούν να ανιχνευθούν με καμία επιστημονική μέθοδο και με κανένα (υπερσύγχρονο και υπερευαίσθητο) μηχάνημα. Ο μόνος τρόπος να τις εντοπίσεις είναι μέσω της ραβδοσκοπίας.
Να το πω και με άλλα λόγια;
Ο τύπος έπαιρνε ως δεδομένο (και δεν είναι ο μόνος, βέβαια) ότι υπάρχει κάτι που:
α) δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδείξει ότι υπάρχει
και
β) ο μόνος τρόπος να το «μετρήσει» είναι να χρησιμοποιήσει μια μέθοδο που είναι διαβόητη για την αναξιοπιστία της — για να μην πω ότι είναι πέρα για πέρα απάτη και προσβληθούν ορισμένοι...
Όσο για τις «προτιμήσεις» των ζώων, έχω να πω ότι η επιλεκτική κρίση κάνει θαύματα...
Αν σας αρέσει το διάβασμα (και δη στα Αγγλικά), ρίξτε μια ματιά εδώ (για μια κάπως πιο «ουδέτερη» παρουσίαση) και εδώ (για μια κάπως πιο ορθολογική προσέγγιση).
10.11.06
Όταν το μέσον σκοτώνει το μήνυμα...

Η ανωτέρω αφίσα είναι από καμπάνια της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης YouthAIDS, που έχει στόχο το σταμάτημα της εξάπλωσης του AIDS στις ηλικίες 15-24, μέσω της ενημέρωσης, της προτροπής σε πιο υγιεινές συνήθειες και της προώθησης κάποιων (γκουχ! γκουχ!) προϊόντων. Τέλος πάντων, οι προθέσεις της οργάνωσης είναι καλές, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που ασχολούμαι με το θέμα αυτή τη στιγμή.
Για κοιτάξτε λίγο πιο προσεκτικά την αφίσα — κάντε της και "κλικ" να μεγαλώσει.
Ποιο είναι το μήνυμα που παίρνετε;
Α. Όποιος κάνει πολύ σεξ, αρρωσταίνει και πεθαίνει.
Β. Όποιος κάνει σεξ σε πολλές στάσεις, αρρωσταίνει και πεθαίνει.
Γ. Όποιος είναι μονογαμικός (αφού είναι φανερό πως το ζευγάρι που κάνει έρωτα είναι παντού το ίδιο), αρρωσταίνει και πεθαίνει.
Δ. Όλα τα παραπάνω.
Αν η απάντησή σας ήταν η Δ, τότε συγχαρητήρια — κερδίσατε.
Ταυτόχρονα, όμως, χάσαμε όλοι μας, γιατί το μήνυμα που περνάει η αφίσα (έστω και άθελά της) είναι αφελές, ανόητο και επικίνδυνο. Και σίγουρα δεν βοηθά καθόλου στην καταπολέμηση του AIDS.
(Την αφίσα — αλλά και την αφορμή — την πήρα από το Two Percent Company.)
8.11.06
Υποκρισία δεκατριών ετών...
...και δεν εννοώ την (ανύπαρκτη) υποκρισία του δεκατριάχρονου μαθητή, μην με παρεξηγήσετε — εννοώ την υποκρισία όσων μας παρουσίασαν την επιστολή του ως κάτι σπουδαίο που «τάραξε τα νερά» και «αφύπνισε συνειδήσεις».
Κατ’ αρχάς, δεν δυσκολεύομαι καθόλου να πιστέψω ότι αυτή την επιστολή την έγραψε (χρησιμοποιώντας αυτές τις εκφράσεις κι αυτό το λεξιλόγιο) ένας δεκατριάχρονος. Από τη μια, κι εγώ στα δεκατρία μου έγραφα (μεταξύ άλλων) και πομπώδη κείμενα, με τις πιο «κυριλέ» λέξεις που γνώριζα. Από την άλλη, η ίδια η εφημερίδα (η «Ελευθεροτυπία») λέει ότι η επιστολή πέρασε από διόρθωση, για να εξαλειφθούν τα συντακτικά και ορθογραφικά λάθη που περιείχε. Κανένα πρόβλημα με την επιφάνεια, λοιπόν.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο περιεχόμενο.
Σας φαίνεται λογικό ένα παιδί δεκατριών ετών να αναπολεί ένα παρελθόν που δεν γνώρισε;
Όχι, ε; Ούτε κι εμένα.
Σας φαίνεται λογικό ένα παιδί δεκατριών ετών να καταγγέλλει την καταναλωτική κοινωνία λέγοντας, στην ουσία «κοιτάξτε τι καλά που ήσασταν τότε [πότε;], γονείς, και πώς καταντήσατε τώρα»;
Το μυστήριο το λύνει, άθελά του, ο ίδιος ο μαθητής, λέγοντας, σε συνέντευξή του, ότι δεν βλέπει τηλεόραση, και ότι όλα όσα γνωρίζει για τα θέματα που του έδωσαν την αφορμή να γράψει αυτή την επιστολή τα πληροφορήθηκε από τη μητέρα του.
Θα μπορούσα να αναφέρω διάφορες παροιμίες εδώ (κάτι με κεραμίδια, ή κάτι με κολαούζους, ας πούμε), αλλά θα κρατηθώ και θα πάω κατευθείαν στο συμπέρασμά μου:
Όλα (ή σχεδόν όλα) όσα αναφέρονται στην επιστολή του δεκατριάχρονου είναι απόψεις της μητέρας του.
Και η συλλήβδην καταγγελτική διάθεση προς τους (άλλους) γονείς, και οι τετριμμένες ασημαντολογίες για το «καλό» παρελθόν, το «κακό» παρόν και το επίφοβο μέλλον, και τα ευρέως διαδεδομένα φληναφήματα περί «αθωότητας» της παιδικής ηλικίας (ρωτήστε έναν ψυχολόγο της προκοπής, και θα σας πει πόσο αθώα είναι στην πραγματικότητα η παιδική ψυχή), και οι παραδοσιακές ειδυλλιακές εικόνες με την οικογένεια μαζεμένη γύρω από τον καναπέ να ακούει ιστορίες, και η μοδάτη και εύκολη απόρριψη του καταναλωτισμού, και, και, και...
Φυσικά, πάρα πολλοί, διάσημοι και μη, έπεσαν στην παγίδα και κατάπιαν αμάσητο ένα κείμενο που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει να πει τίποτε καινούργιο. Με κοινοτοπίες δεν γίνονται επαναστάσεις, αγαπητοί. Με το να καταγγέλλετε "την άτιμη την κενωνία" δεν καταφέρνετε τίποτε. Αλλάξτε τον εαυτό σας, πρώτα, και μετά το συζητάμε.
Τέλος, δεν κατάλαβα — προς τι ο θαυμασμός που ένα παιδί δεκατριών ετών μιλά για τον Καβάφη, το Ρίτσο και τον Καζαντζάκη; Εγώ στα δεκατρία μου είχα ήδη τελειώσει τον Καζαντζάκη και τον Βερν, και διάβαζα Καμύ και Σαρτρ.
Ε, και τι έγινε, δηλαδή;
Κατ’ αρχάς, δεν δυσκολεύομαι καθόλου να πιστέψω ότι αυτή την επιστολή την έγραψε (χρησιμοποιώντας αυτές τις εκφράσεις κι αυτό το λεξιλόγιο) ένας δεκατριάχρονος. Από τη μια, κι εγώ στα δεκατρία μου έγραφα (μεταξύ άλλων) και πομπώδη κείμενα, με τις πιο «κυριλέ» λέξεις που γνώριζα. Από την άλλη, η ίδια η εφημερίδα (η «Ελευθεροτυπία») λέει ότι η επιστολή πέρασε από διόρθωση, για να εξαλειφθούν τα συντακτικά και ορθογραφικά λάθη που περιείχε. Κανένα πρόβλημα με την επιφάνεια, λοιπόν.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο περιεχόμενο.
Σας φαίνεται λογικό ένα παιδί δεκατριών ετών να αναπολεί ένα παρελθόν που δεν γνώρισε;
Όχι, ε; Ούτε κι εμένα.
Σας φαίνεται λογικό ένα παιδί δεκατριών ετών να καταγγέλλει την καταναλωτική κοινωνία λέγοντας, στην ουσία «κοιτάξτε τι καλά που ήσασταν τότε [πότε;], γονείς, και πώς καταντήσατε τώρα»;
Το μυστήριο το λύνει, άθελά του, ο ίδιος ο μαθητής, λέγοντας, σε συνέντευξή του, ότι δεν βλέπει τηλεόραση, και ότι όλα όσα γνωρίζει για τα θέματα που του έδωσαν την αφορμή να γράψει αυτή την επιστολή τα πληροφορήθηκε από τη μητέρα του.
Θα μπορούσα να αναφέρω διάφορες παροιμίες εδώ (κάτι με κεραμίδια, ή κάτι με κολαούζους, ας πούμε), αλλά θα κρατηθώ και θα πάω κατευθείαν στο συμπέρασμά μου:
Όλα (ή σχεδόν όλα) όσα αναφέρονται στην επιστολή του δεκατριάχρονου είναι απόψεις της μητέρας του.
Και η συλλήβδην καταγγελτική διάθεση προς τους (άλλους) γονείς, και οι τετριμμένες ασημαντολογίες για το «καλό» παρελθόν, το «κακό» παρόν και το επίφοβο μέλλον, και τα ευρέως διαδεδομένα φληναφήματα περί «αθωότητας» της παιδικής ηλικίας (ρωτήστε έναν ψυχολόγο της προκοπής, και θα σας πει πόσο αθώα είναι στην πραγματικότητα η παιδική ψυχή), και οι παραδοσιακές ειδυλλιακές εικόνες με την οικογένεια μαζεμένη γύρω από τον καναπέ να ακούει ιστορίες, και η μοδάτη και εύκολη απόρριψη του καταναλωτισμού, και, και, και...
Φυσικά, πάρα πολλοί, διάσημοι και μη, έπεσαν στην παγίδα και κατάπιαν αμάσητο ένα κείμενο που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει να πει τίποτε καινούργιο. Με κοινοτοπίες δεν γίνονται επαναστάσεις, αγαπητοί. Με το να καταγγέλλετε "την άτιμη την κενωνία" δεν καταφέρνετε τίποτε. Αλλάξτε τον εαυτό σας, πρώτα, και μετά το συζητάμε.
Τέλος, δεν κατάλαβα — προς τι ο θαυμασμός που ένα παιδί δεκατριών ετών μιλά για τον Καβάφη, το Ρίτσο και τον Καζαντζάκη; Εγώ στα δεκατρία μου είχα ήδη τελειώσει τον Καζαντζάκη και τον Βερν, και διάβαζα Καμύ και Σαρτρ.
Ε, και τι έγινε, δηλαδή;
7.11.06
Σοφόν το σαφές
Η σαφήνεια είναι μεγάλη υπόθεση — έως και αρετή, θα έλεγα.
Έτσι, όταν διαβάζω κείμενα που διέπονται από αυτή την αρετή (και με τα οποία κατά βάση συμφωνώ, εννοείται), δεν μπορώ παρά να παραπέμψω τους εδώ επισκέπτες εκεί.
Σας παραπέμπω, λοιπόν, στο σημερινό κείμενο του Oldskipper, του "καπετάνιου", όπως τον αποκαλώ χαϊδευτικά όταν μου κάνει την τιμή να σχολιάζει δικά μου κείμενα (ή του Π). Ο καπετάνιος, λοιπόν, παίρνει αφορμή από το (επίσης σαφές) σημερινό κείμενο του Μάνου Αντώναρου, για να πει μερικά πράγματα που νομίζω πως πρέπει να διαβαστούν.
Εμείς τα λέμε ξανά από αύριο.
Υ.Γ.: Και η καλή μου η Αρτάνις δίνει ρέστα σήμερα. Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται...
Έτσι, όταν διαβάζω κείμενα που διέπονται από αυτή την αρετή (και με τα οποία κατά βάση συμφωνώ, εννοείται), δεν μπορώ παρά να παραπέμψω τους εδώ επισκέπτες εκεί.
Σας παραπέμπω, λοιπόν, στο σημερινό κείμενο του Oldskipper, του "καπετάνιου", όπως τον αποκαλώ χαϊδευτικά όταν μου κάνει την τιμή να σχολιάζει δικά μου κείμενα (ή του Π). Ο καπετάνιος, λοιπόν, παίρνει αφορμή από το (επίσης σαφές) σημερινό κείμενο του Μάνου Αντώναρου, για να πει μερικά πράγματα που νομίζω πως πρέπει να διαβαστούν.
Εμείς τα λέμε ξανά από αύριο.
Υ.Γ.: Και η καλή μου η Αρτάνις δίνει ρέστα σήμερα. Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται...
4.11.06
Περί της ετυμολόγησης του «ΟΚ»
Αν είσαι εθνικιστής (είτε το παραδέχεσαι είτε όχι), θεωρείς ότι η ελληνική γλώσσα είναι ανώτερη από τις άλλες, ότι, κατά κάποιον τρόπο, τις «γονιμοποίησε», ή (αν είσαι εντελώς ακραίος) ότι είναι «η γλώσσα των Θεών».
Αυτή η νοοτροπία έχει γεννήσει διάφορους μύθους, όπως το ότι η Ελληνική λίγο έλειψε (για μία ψήφο) να οριστεί ως η επίσημη γλώσσα των νεοσύστατων, τότε, Η.Π.Α., ή ότι η (αρχαία) Ελληνική είναι «η γλώσσα στην οποία θα επικοινωνούν οι υπολογιστές του μέλλοντος».
Οι φορείς αυτών των απόψεων, επειδή προσπαθούν να διαιωνίσουν τη διασπορά τους (καθώς εξυπηρετούν τους σκοπούς του εθνικισμού), έχουν την τάση να παραβλέπουν άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα θα κατέρριπταν τους ισχυρισμούς τους — πολύ φυσικό, αφού, παρότι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εν ονόματι της αλήθειας, η αλήθεια δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Στην περίπτωση των ανωτέρω παραδειγμάτων, η παντελής έλλειψη ιστορικών στοιχείων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος μύθος (ο πρώτος εκ των δύο) διαδίδεται και για τη γερμανική γλώσσα, θα έπρεπε να είναι αρκετή για να τον καταρρίψει. Αλλά, όταν έχεις ένα σκοπό να υπηρετήσεις, οι αποδείξεις είναι δευτερεύουσας σημασίας. Είναι γνωστό ότι, για αυτούς τους κύκλους, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όσον αφορά στο δεύτερο μύθο που ανέφερα, οποιοσδήποτε γνώστης των γλωσσών μηχανής και προγραμματισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών θα σας διαβεβαιώσει ότι αυτοί που διαδίδουν τέτοιες αφέλειες δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε.
Ας έρθουμε, όμως, στην περίπτωση της αγγλικής (διεθνούς, πια) έκφρασης «ΟΚ».
Ένα από τα «εργαλεία» των οπαδών του ελληνικού γλωσσικού εθνικισμού είναι η παρετυμολογία. Οι παρετυμολογούντες ψάχνουν για επιφανειακές (οπτικές ή ακουστικές) ομοιότητες μεταξύ λέξεων διαφόρων γλωσσών και προσπαθούν να τις αναγάγουν σε κάποια ελληνική ή αρχαιοελληνική λέξη ή ρίζα, προκειμένου να «αποδείξουν» έτσι ότι η x ξένη λέξη προέρχεται από την y ελληνική. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του «ΟΚ». Τι σημαίνει «ΟΚ»; «Όλα Καλά». Άρα, σου λέει, από εκεί προήλθε — και επινόησαν κάποια αφήγηση περί κιβωτίων που μεταφέρονταν από ελληνικά πλοία στην Αμερική, πάνω στα οποία οι έλληνες ναυτικοί έγραφαν τα αρχικά «ΟΚ» για να πιστοποιήσουν ότι είχαν ελεγχθεί. Περιττό να πούμε ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση γι’ αυτό — είναι μια ιστορία που βασίστηκε στην (τεκμηριωμένη) ετυμολόγηση της μάγκικης λέξης «μέγκλα», που σημαίνει, αν δεν κάνω λάθος, «προϊόν αρίστης ποιότητας», και που προήλθε από την επιγραφή «Made in England» πάνω στα (αρίστης ποιότητας, όντως) εγγλέζικα υφάσματα που προορίζονταν για κοστούμια.
Αυτός ο μύθος διαδίδεται εδώ και χρόνια, και μου τον θύμισε τώρα η πρόσφατη παρουσίασή του στην εκπομπή του τηλε-προφήτη Λιακόπουλου. Οπότε, είπα να το ψάξω — κάτι που οι εθνικιστές δεν κάνουν ποτέ, γιατί φοβούνται (όπως όλοι όσοι εμφορούνται από τον αντιεπιστημονικό τρόπο σκέψης) ότι μπορεί να διαψευστούν οι ευσεβείς πόθοι τους.
Όλες οι σοβαρές πηγές (Oxford English Dictionary cd-rom, AskOxford, Online Etymology Dictionary, αλλά και η Wikipedia και το The Straight Dope, συμφωνούν στο ότι η έκφραση «ΟΚ» δεν έχει καμιά σχέση ούτε με το ελληνικό «όλα καλά», ούτε με το σκοτσέζικο «och aye», ούτε με το ινδιάνικο «oke» ή «okeh», ούτε με το γαλλικό «aux Cayes», ούτε με το «au quais», ούτε με τον Obediah Kelly, ούτε με το «zero killed», ούτε με το «waw-kay», ούτε με το «hoacky», ούτε με ένα σωρό άλλες «λαϊκές» (παρ)ετυμολογήσεις. Γιατί; Γιατί για καμία απ’ αυτές δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να την τεκμηριώνουν.
Το 1963-64, όμως, ο Allen Walker Read, έχοντας αφιερώσει πολλά χρόνια στην ετυμολόγηση του «ΟΚ», βρήκε, επιτέλους, κάποια απτά στοιχεία.
Τη δεκαετία του 1830, έγινε της μόδας στη Βοστόνη η χρήση ακρωνύμων. Ακρώνυμα, συντμήσεις και αρκτικόλεξα εμφανίζονταν καθημερινά στις εφημερίδες, άλλοτε «λογικά» και άλλοτε ως λογοπαίγνια, χιουμοριστικά ή (επίτηδες) ανορθόγραφα. Έτσι, υπάρχει (τεκμηριωμένα) η χρήση των αρχικών Ο.Κ. με την έννοια «all correct», «όλα σωστά», ή «όλα εντάξει» — φράση που εμφανίζεται, μάλιστα, και γραμμένη ως «oll korrect» ή «ole kurrect».
Αυτά, σε πρώτη φάση.
Σε δεύτερη φάση, στις προεδρικές εκλογές του 1840, οι οπαδοί του (δημοκρατικού) Martin Van Buren, ο οποίος καταγόταν από το Kinderhook, πήραν το (ήδη γνωστό) «Oll Korrect» και χρησιμοποίησαν τα αρχικά Ο.Κ. για να δηλώσουν το παρατσούκλι του υποψηφίου τους — «Old Kinderhook». Σιγά-σιγά, η χρήση τού «ΟΚ» διευρύνθηκε, και σήμερα, πια, χρησιμοποιείται σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.
ΟΚ;
Αυτή η νοοτροπία έχει γεννήσει διάφορους μύθους, όπως το ότι η Ελληνική λίγο έλειψε (για μία ψήφο) να οριστεί ως η επίσημη γλώσσα των νεοσύστατων, τότε, Η.Π.Α., ή ότι η (αρχαία) Ελληνική είναι «η γλώσσα στην οποία θα επικοινωνούν οι υπολογιστές του μέλλοντος».
Οι φορείς αυτών των απόψεων, επειδή προσπαθούν να διαιωνίσουν τη διασπορά τους (καθώς εξυπηρετούν τους σκοπούς του εθνικισμού), έχουν την τάση να παραβλέπουν άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα θα κατέρριπταν τους ισχυρισμούς τους — πολύ φυσικό, αφού, παρότι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εν ονόματι της αλήθειας, η αλήθεια δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Στην περίπτωση των ανωτέρω παραδειγμάτων, η παντελής έλλειψη ιστορικών στοιχείων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος μύθος (ο πρώτος εκ των δύο) διαδίδεται και για τη γερμανική γλώσσα, θα έπρεπε να είναι αρκετή για να τον καταρρίψει. Αλλά, όταν έχεις ένα σκοπό να υπηρετήσεις, οι αποδείξεις είναι δευτερεύουσας σημασίας. Είναι γνωστό ότι, για αυτούς τους κύκλους, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όσον αφορά στο δεύτερο μύθο που ανέφερα, οποιοσδήποτε γνώστης των γλωσσών μηχανής και προγραμματισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών θα σας διαβεβαιώσει ότι αυτοί που διαδίδουν τέτοιες αφέλειες δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάνε.
Ας έρθουμε, όμως, στην περίπτωση της αγγλικής (διεθνούς, πια) έκφρασης «ΟΚ».
Ένα από τα «εργαλεία» των οπαδών του ελληνικού γλωσσικού εθνικισμού είναι η παρετυμολογία. Οι παρετυμολογούντες ψάχνουν για επιφανειακές (οπτικές ή ακουστικές) ομοιότητες μεταξύ λέξεων διαφόρων γλωσσών και προσπαθούν να τις αναγάγουν σε κάποια ελληνική ή αρχαιοελληνική λέξη ή ρίζα, προκειμένου να «αποδείξουν» έτσι ότι η x ξένη λέξη προέρχεται από την y ελληνική. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του «ΟΚ». Τι σημαίνει «ΟΚ»; «Όλα Καλά». Άρα, σου λέει, από εκεί προήλθε — και επινόησαν κάποια αφήγηση περί κιβωτίων που μεταφέρονταν από ελληνικά πλοία στην Αμερική, πάνω στα οποία οι έλληνες ναυτικοί έγραφαν τα αρχικά «ΟΚ» για να πιστοποιήσουν ότι είχαν ελεγχθεί. Περιττό να πούμε ότι δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση γι’ αυτό — είναι μια ιστορία που βασίστηκε στην (τεκμηριωμένη) ετυμολόγηση της μάγκικης λέξης «μέγκλα», που σημαίνει, αν δεν κάνω λάθος, «προϊόν αρίστης ποιότητας», και που προήλθε από την επιγραφή «Made in England» πάνω στα (αρίστης ποιότητας, όντως) εγγλέζικα υφάσματα που προορίζονταν για κοστούμια.
Αυτός ο μύθος διαδίδεται εδώ και χρόνια, και μου τον θύμισε τώρα η πρόσφατη παρουσίασή του στην εκπομπή του τηλε-προφήτη Λιακόπουλου. Οπότε, είπα να το ψάξω — κάτι που οι εθνικιστές δεν κάνουν ποτέ, γιατί φοβούνται (όπως όλοι όσοι εμφορούνται από τον αντιεπιστημονικό τρόπο σκέψης) ότι μπορεί να διαψευστούν οι ευσεβείς πόθοι τους.
Όλες οι σοβαρές πηγές (Oxford English Dictionary cd-rom, AskOxford, Online Etymology Dictionary, αλλά και η Wikipedia και το The Straight Dope, συμφωνούν στο ότι η έκφραση «ΟΚ» δεν έχει καμιά σχέση ούτε με το ελληνικό «όλα καλά», ούτε με το σκοτσέζικο «och aye», ούτε με το ινδιάνικο «oke» ή «okeh», ούτε με το γαλλικό «aux Cayes», ούτε με το «au quais», ούτε με τον Obediah Kelly, ούτε με το «zero killed», ούτε με το «waw-kay», ούτε με το «hoacky», ούτε με ένα σωρό άλλες «λαϊκές» (παρ)ετυμολογήσεις. Γιατί; Γιατί για καμία απ’ αυτές δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να την τεκμηριώνουν.
Το 1963-64, όμως, ο Allen Walker Read, έχοντας αφιερώσει πολλά χρόνια στην ετυμολόγηση του «ΟΚ», βρήκε, επιτέλους, κάποια απτά στοιχεία.
Τη δεκαετία του 1830, έγινε της μόδας στη Βοστόνη η χρήση ακρωνύμων. Ακρώνυμα, συντμήσεις και αρκτικόλεξα εμφανίζονταν καθημερινά στις εφημερίδες, άλλοτε «λογικά» και άλλοτε ως λογοπαίγνια, χιουμοριστικά ή (επίτηδες) ανορθόγραφα. Έτσι, υπάρχει (τεκμηριωμένα) η χρήση των αρχικών Ο.Κ. με την έννοια «all correct», «όλα σωστά», ή «όλα εντάξει» — φράση που εμφανίζεται, μάλιστα, και γραμμένη ως «oll korrect» ή «ole kurrect».
Αυτά, σε πρώτη φάση.
Σε δεύτερη φάση, στις προεδρικές εκλογές του 1840, οι οπαδοί του (δημοκρατικού) Martin Van Buren, ο οποίος καταγόταν από το Kinderhook, πήραν το (ήδη γνωστό) «Oll Korrect» και χρησιμοποίησαν τα αρχικά Ο.Κ. για να δηλώσουν το παρατσούκλι του υποψηφίου τους — «Old Kinderhook». Σιγά-σιγά, η χρήση τού «ΟΚ» διευρύνθηκε, και σήμερα, πια, χρησιμοποιείται σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.
ΟΚ;
3.11.06
You're Despicable!

Έλεγα να πω δυο λόγια για το απαράδεκτο κείμενο του Τσαγκαρουσιάνου, αλλά τα είπε ήδη (και πολύ καλύτερα) ο JustAnotherGoneOff.
2.11.06
H NET και τα UFO (εξωγήινα και εγχώρια)
Γράφει ο Π
H Xαρδαβέλλεια κατρακύλα εξαπλώνεται και στη 'σοβαρή' NET. Aπό την εκπομπή τής Άννας Δρούζα 'H ζωή είναι παιχνίδι' μεταδόθηκαν με κάθε σοβαρότητα τα παρακάτω (31 Oκτωβρίου, και προφορικά και σε κάρτες):
__________________________
Tα 5 σημάδια απαγωγής από εξωγήινους
- Ξύπνημα με παράλυση και αίσθηση παρουσίας ενός παράξενου προσώπου ή μιάς οντότητας στο δωμάτιο
- Για μιά ώρα ή περισσότερο νοιώσατε ότι χαθήκατε, αλλά δε θα μπορούσατε να θυμηθείτε το γιατί, ή το πού ήσαστε
- Eίδατε ασυνήθιστα φώτα σε ένα δωμάτιο δίχως να ξέρετε τι τα προκάλεσε, ή από πού προήλθαν
- Bρήκατε αινιγματικές ουλές στο σώμα σας που ούτε εσείς, ούτε οποιοσδήποτε άλλος θυμάται πώς ή πού τις αποκτήσατε
- Aισθανθήκατε ότι πετούσατε πραγματικά στον αέρα αν και δεν ξέρετε το γιατί ή το πώς
__________________________
Προφανώς για την κα. Δρούζα είναι αυτονόητο ή αποδεδειγμένο τόσο το ότι υπάρχουν εξωγήινοι όσο και το ότι απάγουν ανθρώπους. Προσωπικά, πάντως, όταν βλέπω τέτοιες εκπομπές νοιώθω ότι χάθηκα για μιά ώρα ή περισσότερο και κοιμάμαι με παράλυση και αίσθηση παρουσίας ενός παράξενου προσώπου ή μιάς οντότητας στο στούντιο που δε θα μπορούσε να θυμηθεί πού είναι, βλέπει ασυνήθιστα φώτα δίχως να ξέρει τι τα προκάλεσε και πετάει πραγματικά στον αέρα αν και δεν ξέρει το γιατί ή το πώς. Oύτε αυτή, ούτε οποιοσδήποτε άλλος θυμάται πώς ή πού τις απέκτησε, αλλά μάλλον έχει αινιγματικές ουλές στο μυαλό της...
Π
H Xαρδαβέλλεια κατρακύλα εξαπλώνεται και στη 'σοβαρή' NET. Aπό την εκπομπή τής Άννας Δρούζα 'H ζωή είναι παιχνίδι' μεταδόθηκαν με κάθε σοβαρότητα τα παρακάτω (31 Oκτωβρίου, και προφορικά και σε κάρτες):
__________________________
Tα 5 σημάδια απαγωγής από εξωγήινους
- Ξύπνημα με παράλυση και αίσθηση παρουσίας ενός παράξενου προσώπου ή μιάς οντότητας στο δωμάτιο
- Για μιά ώρα ή περισσότερο νοιώσατε ότι χαθήκατε, αλλά δε θα μπορούσατε να θυμηθείτε το γιατί, ή το πού ήσαστε
- Eίδατε ασυνήθιστα φώτα σε ένα δωμάτιο δίχως να ξέρετε τι τα προκάλεσε, ή από πού προήλθαν
- Bρήκατε αινιγματικές ουλές στο σώμα σας που ούτε εσείς, ούτε οποιοσδήποτε άλλος θυμάται πώς ή πού τις αποκτήσατε
- Aισθανθήκατε ότι πετούσατε πραγματικά στον αέρα αν και δεν ξέρετε το γιατί ή το πώς
__________________________
Προφανώς για την κα. Δρούζα είναι αυτονόητο ή αποδεδειγμένο τόσο το ότι υπάρχουν εξωγήινοι όσο και το ότι απάγουν ανθρώπους. Προσωπικά, πάντως, όταν βλέπω τέτοιες εκπομπές νοιώθω ότι χάθηκα για μιά ώρα ή περισσότερο και κοιμάμαι με παράλυση και αίσθηση παρουσίας ενός παράξενου προσώπου ή μιάς οντότητας στο στούντιο που δε θα μπορούσε να θυμηθεί πού είναι, βλέπει ασυνήθιστα φώτα δίχως να ξέρει τι τα προκάλεσε και πετάει πραγματικά στον αέρα αν και δεν ξέρει το γιατί ή το πώς. Oύτε αυτή, ούτε οποιοσδήποτε άλλος θυμάται πώς ή πού τις απέκτησε, αλλά μάλλον έχει αινιγματικές ουλές στο μυαλό της...
Π
28.10.06
Β΄ Ιστοσυνάντηση Ποιητικής Μετάφρασης
Φίλες και φίλοι
Εν μέσω περίεργων γεγονότων, επιστρέφουμε στην ποίηση και στο προσωπικό μας κόλλημα — τη μετάφρασή της. Στην A΄ ΙΠΜ υπήρξαν πολύ όμορφες συμμετοχές, και γι’ αυτό νομίζω πως αξίζει τον κόπο να επαναλάβουμε το πείραμα, με πέντε ποιήματα και πάλι.
Όπως και την προηγούμενη φορά, μπορείτε να μεταφράσετε όποιο από τα ποιήματα θέλετε — ή και όλα — και να τα στείλετε στη διεύθυνση e-mail που θα βρείτε στο προφίλ μου. Κάθε ποίημα θα αποτελέσει χωριστό ποστ, μαζί με τις μεταφράσεις του· θα ξεκινήσουμε με τον Σαίξπηρ, γύρω στις 15 Νοεμβρίου. Εννοείται πως η όποια συζήτηση ακολουθήσει δεν θα έχει σαν στόχο την ανάδειξη των «καλύτερων» (άλλωστε, οι προτιμήσεις συνήθως διαφέρουν), αλλά την κοινή εμπειρία, την αναζήτηση λύσεων στα μεταφραστικά προβλήματα, την διατύπωση απόψεων γύρω από τη γλώσσα και την απόδοσή της, και, εν τέλει, τη χαρά της συμμετοχής.
Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι η ποίηση δεν μεταφράζεται — και συμφωνώ απολύτως. Επιμένω, όμως, ότι ένα κείμενο που ο αναγνώστης διαβάζει στη μητρική του γλώσσα έχει πολύ πιο άμεσο αντίκτυπο σε αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» σε σχέση με ένα κείμενο γραμμένο σε άλλη γλώσσα. Το βέλος τού (αγγλικού, στην περίπτωσή μας) πρωτοτύπου χάνει εν μέρει την ορμή του γιατί προσκρούει στην «εγκεφαλική» πανοπλία που πρέπει να φοράμε για την κατανόησή του. Το βέλος της ελληνικής απόδοσης διαπερνά με άνεση αυτή την πανοπλία και χτυπά κατάσαρκα. Και το αποτέλεσμα το νιώθεις πιο έντονα.
Και, όπως έχει γράψει και ο Cummings, ποίηση είναι να νιώθεις — όχι να ξέρεις, ή να πιστεύεις, ή να νομίζεις...
1. William Shakespeare – Sonnet 98
From you have I been absent in the spring,
When proud-pied April, dress'd in all his trim,
Hath put a spirit of youth in every thing,
That heavy Saturn laughed and leapt with him.
Yet nor the lays of birds, nor the sweet smell
Of different flowers in odour and in hue,
Could make me any summer's story tell,
Or from their proud lap pluck them where they grew:
Nor did I wonder at the lily's white,
Nor praise the deep vermilion in the rose;
They were but sweet, but figures of delight,
Drawn after you, you pattern of all those.
Yet seemed it winter still, and you away,
As with your shadow I with these did play.
(1609)
2. Jonathan Swift - On Stella's Birth-Day 1719
Stella this Day is thirty four,
(We shan't dispute a Year or more)
However Stella, be not troubled,
Although thy Size and Years are doubled,
Since first I saw Thee at Sixteen
The brightest Virgin on the Green,
So little is thy Form declin'd
Made up so largely in thy Mind.
Oh, would it please the Gods to split
Thy Beauty, Size, and Years, and Wit,
No Age could furnish out a Pair
Of Nymphs so graceful, Wise and fair
With half the Lustre of your Eyes,
With half your Wit, your Years and Size:
And then before it grew too late,
How should I beg of gentle Fate,
(That either Nymph might have her Swain,)
To split my Worship too in twain.
(1719)
3. Henry Longfellow — The Tide Rises, The Tide Falls (Folk song)
The tide rises, the tide falls,
The twilight darkens, the curlew calls;
Along the sea-sands damp and brown
The traveller hastens toward the town,
And the tide rises, the tide falls.
Darkness settles on roofs and walls,
But the sea in the darkness calls and calls;
The little waves with their soft white hands,
Efface the footprints in the sands,
And the tide rises, the tide falls.
The morning breaks; the steeds in their stalls
Stamp and neigh, as the hostler calls;
The day returns, but nevermore
Returns the traveller to the shore,
And the tide rises, the tide falls.
(1879)
4. W. H. Auden — Funeral Blues
Stop all the clocks, cut off the telephone.
Prevent the dog from barking with a juicy bone.
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.
Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He Is Dead.
Put crêpe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.
He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last forever: I was wrong.
The stars are not wanted now: put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood;
For nothing now can ever come to any good.
(1936)
5. Margaret Atwood - Night Poem
There is nothing to be afraid of,
it is only the wind
changing to the east, it is only
your father the thunder
your mother the rain
In this country of water
with its beige moon damp as a mushroom,
its drowned stumps and long birds
that swim, where the moss grows
on all sides of the trees
and your shadow is not your shadow
but your reflection,
your true parents disappear
when the curtain covers your door.
We are the others,
the ones from under the lake
who stand silently beside your bed
with our heads of darkness.
We have come to cover you
with red wool,
with our tears and distant whispers.
You rock in the rain's arms,
the chilly ark of your sleep,
while we wait, your night
father and mother,
with our cold hands and dead flashlight,
knowing we are only
the wavering shadows thrown
by one candle, in this echo
you will hear twenty years later.
(1978)
Εν μέσω περίεργων γεγονότων, επιστρέφουμε στην ποίηση και στο προσωπικό μας κόλλημα — τη μετάφρασή της. Στην A΄ ΙΠΜ υπήρξαν πολύ όμορφες συμμετοχές, και γι’ αυτό νομίζω πως αξίζει τον κόπο να επαναλάβουμε το πείραμα, με πέντε ποιήματα και πάλι.
Όπως και την προηγούμενη φορά, μπορείτε να μεταφράσετε όποιο από τα ποιήματα θέλετε — ή και όλα — και να τα στείλετε στη διεύθυνση e-mail που θα βρείτε στο προφίλ μου. Κάθε ποίημα θα αποτελέσει χωριστό ποστ, μαζί με τις μεταφράσεις του· θα ξεκινήσουμε με τον Σαίξπηρ, γύρω στις 15 Νοεμβρίου. Εννοείται πως η όποια συζήτηση ακολουθήσει δεν θα έχει σαν στόχο την ανάδειξη των «καλύτερων» (άλλωστε, οι προτιμήσεις συνήθως διαφέρουν), αλλά την κοινή εμπειρία, την αναζήτηση λύσεων στα μεταφραστικά προβλήματα, την διατύπωση απόψεων γύρω από τη γλώσσα και την απόδοσή της, και, εν τέλει, τη χαρά της συμμετοχής.
Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι η ποίηση δεν μεταφράζεται — και συμφωνώ απολύτως. Επιμένω, όμως, ότι ένα κείμενο που ο αναγνώστης διαβάζει στη μητρική του γλώσσα έχει πολύ πιο άμεσο αντίκτυπο σε αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» σε σχέση με ένα κείμενο γραμμένο σε άλλη γλώσσα. Το βέλος τού (αγγλικού, στην περίπτωσή μας) πρωτοτύπου χάνει εν μέρει την ορμή του γιατί προσκρούει στην «εγκεφαλική» πανοπλία που πρέπει να φοράμε για την κατανόησή του. Το βέλος της ελληνικής απόδοσης διαπερνά με άνεση αυτή την πανοπλία και χτυπά κατάσαρκα. Και το αποτέλεσμα το νιώθεις πιο έντονα.
Και, όπως έχει γράψει και ο Cummings, ποίηση είναι να νιώθεις — όχι να ξέρεις, ή να πιστεύεις, ή να νομίζεις...
1. William Shakespeare – Sonnet 98
From you have I been absent in the spring,
When proud-pied April, dress'd in all his trim,
Hath put a spirit of youth in every thing,
That heavy Saturn laughed and leapt with him.
Yet nor the lays of birds, nor the sweet smell
Of different flowers in odour and in hue,
Could make me any summer's story tell,
Or from their proud lap pluck them where they grew:
Nor did I wonder at the lily's white,
Nor praise the deep vermilion in the rose;
They were but sweet, but figures of delight,
Drawn after you, you pattern of all those.
Yet seemed it winter still, and you away,
As with your shadow I with these did play.
(1609)
2. Jonathan Swift - On Stella's Birth-Day 1719
Stella this Day is thirty four,
(We shan't dispute a Year or more)
However Stella, be not troubled,
Although thy Size and Years are doubled,
Since first I saw Thee at Sixteen
The brightest Virgin on the Green,
So little is thy Form declin'd
Made up so largely in thy Mind.
Oh, would it please the Gods to split
Thy Beauty, Size, and Years, and Wit,
No Age could furnish out a Pair
Of Nymphs so graceful, Wise and fair
With half the Lustre of your Eyes,
With half your Wit, your Years and Size:
And then before it grew too late,
How should I beg of gentle Fate,
(That either Nymph might have her Swain,)
To split my Worship too in twain.
(1719)
3. Henry Longfellow — The Tide Rises, The Tide Falls (Folk song)
The tide rises, the tide falls,
The twilight darkens, the curlew calls;
Along the sea-sands damp and brown
The traveller hastens toward the town,
And the tide rises, the tide falls.
Darkness settles on roofs and walls,
But the sea in the darkness calls and calls;
The little waves with their soft white hands,
Efface the footprints in the sands,
And the tide rises, the tide falls.
The morning breaks; the steeds in their stalls
Stamp and neigh, as the hostler calls;
The day returns, but nevermore
Returns the traveller to the shore,
And the tide rises, the tide falls.
(1879)
4. W. H. Auden — Funeral Blues
Stop all the clocks, cut off the telephone.
Prevent the dog from barking with a juicy bone.
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.
Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He Is Dead.
Put crêpe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.
He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last forever: I was wrong.
The stars are not wanted now: put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood;
For nothing now can ever come to any good.
(1936)
5. Margaret Atwood - Night Poem
There is nothing to be afraid of,
it is only the wind
changing to the east, it is only
your father the thunder
your mother the rain
In this country of water
with its beige moon damp as a mushroom,
its drowned stumps and long birds
that swim, where the moss grows
on all sides of the trees
and your shadow is not your shadow
but your reflection,
your true parents disappear
when the curtain covers your door.
We are the others,
the ones from under the lake
who stand silently beside your bed
with our heads of darkness.
We have come to cover you
with red wool,
with our tears and distant whispers.
You rock in the rain's arms,
the chilly ark of your sleep,
while we wait, your night
father and mother,
with our cold hands and dead flashlight,
knowing we are only
the wavering shadows thrown
by one candle, in this echo
you will hear twenty years later.
(1978)
26.10.06
Μηνύω, άρα υπάρχω

To banner είναι από το magicasland (εγώ το πρωτοείδα στου Jim_Hellas -- χρόνια πολλά, Δημήτρη), και αφορά σε μια ελληνικότατη (διάβαζε: εντελώς παράλογη και φασιστική) ιστορία που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Περίληψις:
Προσφάτως, δημόσιο πρόσωπο μήνυσε το blogme.gr για δυσφήμιση και άσεμνο σατιρικό περιεχόμενο.
Το πρόσωπο αυτό σατιριζόταν μέσα από τις σελίδες κάποιου άλλου blog, το οποίο ήταν καταχωρημένο στο directory του Blogme και στις υπηρεσίες ροής RSS. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ακολούθησαν: διαδικασία του αυτοφώρου, κατάσχεση του σκληρού δίσκου, παραμονή στο κρατητήριο και προσαγωγή στην εισαγγελία.
"Δημόσιο πρόσωπο", ε; Ο διαχειριστής του blogme.gr (όπως λέει ο ίδιος) θα αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα μετά το πέρας των νομίμων διαδικασιών — και πολύ καλά κάνει.
Εγώ, πάλι, έχω μια αθώα ερώτηση (και ειλικρινά ελπίζω να κάνω λάθος, αλλά δεν γνωρίζω και πολλούς φασίστες που να σατιρίζονται στο ίντερνετ και να έχουν απειλήσει στο παρελθόν με μηνύσεις):
Τι κάνει "νιάου, νιάου" στα κεραμίδια;
Υ.Γ.: Προσέξτε, αν θέλετε, το εξής λεπτό σημείο: Ο μηνυτής προφανώς θα ξέρει ότι δεν μπορεί να κερδίσει τη δίκη — γι' αυτό και δεν έκανε απευθείας μήνυση στον συγκεκριμένο μπλόγκερ που θεωρεί ότι τον προσβάλλει. Σκοπός του είναι να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του μπλόγκερ, ώστε να τον "αναλάβουν" μετά τα τσιράκια του. Επομένως, είναι σημαντικό να συμπαρασταθούμε και στον διαχειριστή του blogme.gr και στον (μέχρι στιγμής άγνωστο) μπλόγκερ που απειλείται εμμέσως.
24.10.06
Limbo follow-up: το αλάθητο, η σοφιστική και η ελευθερία
Γράφει ο Π
Tο λήμμα της Kαθολικής Eγκυκλοπαίδειας στο οποίο μας παρέπεμψε ο cyrusgeo δίνει εξηγήσεις για το limbo, αλλά «για σωστή εκτίμηση αυτών των δεδομένων» («facts» τα λέει) παραθέτει και μιά μακρά ιστορία των καθολικών απόψεων περί πτώσεως και προπατορικού αμαρτήματος (στην οποία περιλαμβάνονται πατέρες της Eκκλησίας, σύνοδοι και πάπες). Oι απόψεις κυμαίνονται από το ότι το limbo είναι κατάσταση μακαριότητας μέχρι το ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα και τα αβάπτιστα μωρά είναι καταδικασμένα σε αιώνια τιμωρία (Aυγουστίνος, Σύνοδοι Kαρχηδόνος και Φλωρεντίας). Enter σοφιστική. Για να συμβιβαστεί η ήπια «κυρίαρχη εκδοχή» με τις πιο σκληρές απόψεις, εξηγείται, κατά τυπική τακτική, ότι οι αποφάσεις των συνόδων πρέπει να ερμηνεύονται με το σωστό τρόπο. Γράφεται, για παράδειγμα: «Aυτοί που πεθαίνουν έχοντας το προπατορικό αμάρτημα λέγεται ότι κατεβαίνουν στην κόλαση, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι παραπάνω από το ότι αποκλείονται αιώνια από το πρόσωπο του Θεού. Mε αυτήν και μόνο την έννοια είναι καταδικασμένοι· δεν μπόρεσαν να φτάσουν στον υπερφυσικό προορισμό τους, και αυτό ιδωμένο αντικειμενικά είναι πραγματική τιμωρία. Έτσι η Σύνοδος της Φλωρεντίας [...] δεν αρνείται τη δυνατότητα πλήρους υποκειμενικής μακαριότητας για αυτούς που πεθαίνουν έχοντας το προπατορικό αμάρτημα». Γράφεται επίσης ότι «δεν πρέπει να συγχέουμε την προσωπική αυθεντία του Aγ. Aυγουστίνου με την αλάθητη αυθεντία της Kαθολικής Eκκλησίας».
Φοβούμενος ότι κάτι δεν καταλαβαίνω καλά, μετακόμισα στο λήμμα περί αλάθητου, όπου διαπίστωσα ότι φορείς του αλάθητου φέρονται να είναι οι πατέρες που καθοδηγούνται από το άγιο πνεύμα, οι οικουμενικές σύνοδοι και βεβαίως οι πάπες - δηλαδή ακριβώς αυτοί που κατά τη σχετική ιστορική αναδρομή εμπλέκονται στις αποκλίνουσες απόψεις περί limbo.
Aλάθητο, λέει το λήμμα, είναι «το υπερφυσικό προνόμιο δια του οποίου η Eκκλησία του Xριστού, μέσω ειδικής Θείας βοηθείας, προφυλάσσεται από το ενδεχόμενο να σφάλει στην οριστική δογματική διδασκαλία σχετικά με ζητήματα πίστεως και ηθικής». Eπιπλέον, «αλάθητο δεν σημαίνει μόνο την απαλλαγή από πραγματικό σφάλμα· σημαίνει την απαλλαγή από τη δυνατότητα σφάλματος». Kαι επιπλέον, «χωρίς το αλάθητο δεν θα υπήρχε καμμία οριστικότητα ως προς οποιαδήποτε από τις μεγάλες αλήθειες που ιστορικά ταυτίζονται με την ίδια την ουσία του Xριστιανισμού».
Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω: τότε πώς απορρίπτονται οι απόψεις του Aγίου Aυγουστίνου; Δεν τον καθοδηγούσε αυτόν το Άγιο Πνεύμα; Kαι πώς τροποποιείται σήμερα η «κυρίαρχη εκδοχή» περί limbo; Mάλλον δεν είναι «μεγάλη αλήθεια» αλλά μικρή αλήθεια...
Σοφιστικής συνέχεια: «Eάν ο Xριστός πραγματικά ήθελε να να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν η υπόσχεσή Tου ότι θα βρίσκεται μαζί με την Eκκλησία Tου, και εάν ήταν πραγματικά ο Yιός του Θεού, παντογνώστης και παντοδύναμος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων την ιστορία και ικανός να ελέγχει την πορεία της, τότε η Eκκλησία δικαιούται να ισχυρίζεται ότι έχει αλάθητη αυθεντία ως προς τα δόγματα. Tο συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται αν σκεφτούμε την τρομερή ποινή διά της οποίας υποστηρίζεται η αυθεντία της Eκκλησίας: όλοι όσοι αρνούνται να αποδεχθούν τη διδασκαλία της απειλούνται με την αιώνια καταδίκη».
Στη συνέχεια παρέχονται «αποδείξεις από τις Γραφές». Προτάσσεται όμως αυτό το καταπληκτικό: «Για να αποφύγουμε την παρεξήγηση και έτσι να προλάβουμε μιά συνήθη και κοινή αντίρρηση που βασίζεται εντελώς σε παρεξήγηση, πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεση ότι, όταν επικαλούμαστε τις Γραφές για απόδειξη της αλάθητης αυθεντίας της Eκκλησίας, τις επικαλούμαστε απλώς ως βάσιμες ιστορικές πηγές, και απολύτως ανεξάρτητα από τη θεοπνευστία τους. Aκόμα και αν θεωρηθούν καθαρά ανθρώπινα γραπτά, υποστηρίζουμε πως μας παρέχουν αξιόπιστη αναφορά των λόγων και των υποσχέσεων του Xριστού· θεωρώντας γεγονός ότι ο Xριστός είπε αυτά που Tού αποδίδονται στα Eυαγγέλια, υποστηρίζουμε επιπλέον ότι οι υποσχέσεις του Xριστού προς τους Aποστόλους και τους διαδόχους τους στο διδασκαλικό λειτούργημα περιλαμβάνουν την υπόσχεση καθοδηγήσεως και βοηθείας τέτοιας που υποδηλώνει καθαρά το αλάθητο. Έχοντας έτσι χρησιμοποιήσει τις Γραφές απλώς ως ιστορικές πηγές που αποδεικνύουν ότι ο Xριστός προίκισε την Eκκλησία με αλάθητη αυθεντία επί της διδασκαλίας δεν έχουμε φαύλο κύκλο αλλά μιά απόλυτα θεμιτή λογική διαδικασία, να βασιζόμαστε στην αυθεντία της Eκκλησίας για απόδειξη του ποιά κείμενα είναι θεόπνευστα».
Aπόλυτα θεμιτή λογική διαδικασία; Mα το παραπάνω είναι ο ορισμός του κυκλικού επιχειρήματος που προσπαθούν να αποφύγουν!
Mετά από αυτή τη δολιχοδρομία αναφέρονται και σχολιάζονται τα κυριότερα χωρία που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη γενική 'απόδειξη' του αλάθητου της Eκκλησίας (κατά Mατθαίο 28:18-20 και 16:18, κατά Iωάννη 14, 15 και 16, A' προς Tιμόθεο 3:14-15, Πράξεις 15:28 κ.ε.). Aς δούμε παραδείγματα του πώς αντιλαμβάνεται η Kαθ. Eγκυκλοπαίδεια τη χρήση τους ως ιστορικές πηγές. Aν τα παρακάτω δεν είναι κυκλικά επιχειρήματα, τότε ασφαλώς εγώ είμαι ο Πάπας:
Kατά Mατθαίο 16:18: "καγώ δέ σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής". «Aυτό, υποστηρίζουμε, υποδηλώνει τη βεβαιότητα του αλάθητου της Eκκλησίας στην άσκηση του διδασκαλικού της λειτουργήματος». «Θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μιά τέτοια υπόσχεση είναι συμβατή με την υπόθεση ότι η Eκκλησία ενδέχεται να έχει σφάλει [...] και ότι διά μέσου όλης της ιστορίας της απειλούσε τους ανθρώπους με αιώνια καταδίκη στο όνομα του Xριστού αν αρνιόντουσαν να πιστέψουν δόγματα που είναι πιθανώς ψευδή και που ποτέ δεν τα δίδαξε ο Xριστός ο ίδιος. Aν ήταν έτσι, δεν θα ήταν προφανές ότι οι πύλες της κολάσεως είναι δυνατόν να κατισχύσουν και πιθανότατα έχουν άκρως κατισχύσει κατά της Eκκλησίας;»
"Kαι εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας [...] παρ' υμίν μένει και εν υμίν έσται" (κατά Iωάννη 14:16,17). "O δε παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν" (ο.π., 26). "Όταν δε έλθει εκείνος, το Πνεύμα της Aληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν" (κατά Iωάννη 16:13). «Yποδηλώνεται καθαρά η υπόσχεση του αλάθητου». «Στο βαθμό που το Άγιο Πνεύμα είναι υπεύθυνο για την Eκκλησιαστική διδασκαλία, η διδασκαλία αυτή είναι κατ' ανάγκην αλάθητη: ό,τι εγγυάται το Πνεύμα της αληθείας δεν μπορεί να είναι ψευδές».
A' προς Tιμόθεο 3:15: "εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας". «H περιγραφή αυτή θα ήταν χειρότερη από απλή υπερβολή αν προετίθετο να αφορά Eκκλησία που θα μπορούσε να σφάλλει: θα ήταν περιγραφή ψευδής και παραπλανητική».
Πιο κάτω παρέχονται «αποδείξεις από την παράδοση». Θαυμάστε τι θεωρείται απόδειξη:
«Aπό τα γράμματα του Aγ. Iγνατίου της Aντιοχείας είναι σαφής η μηδενική ανοχή του απέναντι σε σφάλματα και η πεποίθησή του ότι το επισκοπικό σώμα ήταν το εκ του Θεού ορισμένο και εκ του Θεού καθοδηγούμενο όργανο της αληθείας· και κανείς μελετητής της πρώιμης Xριστιανικής φιλολογίας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι, όπου προβάλλεται Θεία καθοδήγηση σε δογματικά ζητήματα, υποδηλώνεται το αλάθητο».
«Tόσο μηδενική ανοχή απέναντι σε σφάλματα είχε ο Άγ. Πολύκαρπος που [...] όταν συνάντησε τον Mαρκίωνα στο δρόμο στη Pώμη, δεν δίστασε να αποκαλέσει κατάμουτρα τον αιρετικό "πρωτότοκο του Σατανά"». «Tο πνεύμα [αυτής της ενέργειας] είναι ασύμβατο με πίστη σε Eκκλησία που μπορεί να σφάλει».
Tερτουλιανός: «Aς υποθέσουμε τώρα ότι όλες [οι Eκκλησίες] έχουν σφάλει. [... Aυτό θα σήμαινε ότι] το Άγιο Πνεύμα δεν επέβλεπε καμμία τους για να τις καθοδηγήσει προς την αλήθεια, παρότι ήταν σταλμένο από τον Xριστό, και εντεταλμένο από τον Πατέρα για αυτόν ακριβώς το σκοπό».
Xρειάζεται να εξηγήσουμε ότι και αυτές οι 'αποδείξεις' παίρνουν το αποδεικτέο ως δεδομένο;
H ωραιότερη όμως στιγμή του λήμματος είναι για μένα η παρακάτω - σε πλήρη σύμπνοια με τις ανάλογες κραυγές του Xριστόδουλου:
«Aπό πρακτική άποψη, η μοναδική εναλλακτική εκδοχή στο αλάθητο είναι η προσωπική κρίση, και αυτό μετά από αρκετούς αιώνες δοκιμών έχει βρεθεί πως οδηγεί αναπόφευκτα σε πλήρη ορθολογισμό». «Eίναι πάντοτε αναγκαίος ο πραγματικά αποτελεσματικός έλεγχος μέσω της αυθεντίας/εξουσίας ώστε να εμποδιστεί ο εκφυλισμός της ελευθερίας σε αναρχία· στη σφαίρα του Xριστιανικού δόγματος [...] ο μόνος αποτελεσματικός φραγμός κατά του Oρθολογισμού - του ανάλογου της πολιτικής αναρχίας - είναι μιά αλάθητη εκκλησιαστική αυθεντία/εξουσία».
Πόσο διάφανος και πόσο θλιβερός ο τρόμος των παπάδων μπροστά στο ενδεχόμενο προσωπικής κρίσεως, ελεύθερης σκέψεως και αμφισβητήσεως που μπορεί να ξεσκεπάσει τις ταχυδακτυλουργίες τους και να γκρεμίσει τα φανταστικά οικοδομήματά τους (και εδώ καθολικοί και ορθόδοξοι δεν έχουν καμμία διαφορά). Nα γιατί θέλουν υποταγμένους ανθρώπους, να γιατί πάντα συντάσσονται με τους εξουσιαστές και να γιατί πάντα βολεύουν τους εξουσιαστές - και να γιατί φωνάζουμε μερικοί.
Π
Tο λήμμα της Kαθολικής Eγκυκλοπαίδειας στο οποίο μας παρέπεμψε ο cyrusgeo δίνει εξηγήσεις για το limbo, αλλά «για σωστή εκτίμηση αυτών των δεδομένων» («facts» τα λέει) παραθέτει και μιά μακρά ιστορία των καθολικών απόψεων περί πτώσεως και προπατορικού αμαρτήματος (στην οποία περιλαμβάνονται πατέρες της Eκκλησίας, σύνοδοι και πάπες). Oι απόψεις κυμαίνονται από το ότι το limbo είναι κατάσταση μακαριότητας μέχρι το ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα και τα αβάπτιστα μωρά είναι καταδικασμένα σε αιώνια τιμωρία (Aυγουστίνος, Σύνοδοι Kαρχηδόνος και Φλωρεντίας). Enter σοφιστική. Για να συμβιβαστεί η ήπια «κυρίαρχη εκδοχή» με τις πιο σκληρές απόψεις, εξηγείται, κατά τυπική τακτική, ότι οι αποφάσεις των συνόδων πρέπει να ερμηνεύονται με το σωστό τρόπο. Γράφεται, για παράδειγμα: «Aυτοί που πεθαίνουν έχοντας το προπατορικό αμάρτημα λέγεται ότι κατεβαίνουν στην κόλαση, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι παραπάνω από το ότι αποκλείονται αιώνια από το πρόσωπο του Θεού. Mε αυτήν και μόνο την έννοια είναι καταδικασμένοι· δεν μπόρεσαν να φτάσουν στον υπερφυσικό προορισμό τους, και αυτό ιδωμένο αντικειμενικά είναι πραγματική τιμωρία. Έτσι η Σύνοδος της Φλωρεντίας [...] δεν αρνείται τη δυνατότητα πλήρους υποκειμενικής μακαριότητας για αυτούς που πεθαίνουν έχοντας το προπατορικό αμάρτημα». Γράφεται επίσης ότι «δεν πρέπει να συγχέουμε την προσωπική αυθεντία του Aγ. Aυγουστίνου με την αλάθητη αυθεντία της Kαθολικής Eκκλησίας».
Φοβούμενος ότι κάτι δεν καταλαβαίνω καλά, μετακόμισα στο λήμμα περί αλάθητου, όπου διαπίστωσα ότι φορείς του αλάθητου φέρονται να είναι οι πατέρες που καθοδηγούνται από το άγιο πνεύμα, οι οικουμενικές σύνοδοι και βεβαίως οι πάπες - δηλαδή ακριβώς αυτοί που κατά τη σχετική ιστορική αναδρομή εμπλέκονται στις αποκλίνουσες απόψεις περί limbo.
Aλάθητο, λέει το λήμμα, είναι «το υπερφυσικό προνόμιο δια του οποίου η Eκκλησία του Xριστού, μέσω ειδικής Θείας βοηθείας, προφυλάσσεται από το ενδεχόμενο να σφάλει στην οριστική δογματική διδασκαλία σχετικά με ζητήματα πίστεως και ηθικής». Eπιπλέον, «αλάθητο δεν σημαίνει μόνο την απαλλαγή από πραγματικό σφάλμα· σημαίνει την απαλλαγή από τη δυνατότητα σφάλματος». Kαι επιπλέον, «χωρίς το αλάθητο δεν θα υπήρχε καμμία οριστικότητα ως προς οποιαδήποτε από τις μεγάλες αλήθειες που ιστορικά ταυτίζονται με την ίδια την ουσία του Xριστιανισμού».
Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω: τότε πώς απορρίπτονται οι απόψεις του Aγίου Aυγουστίνου; Δεν τον καθοδηγούσε αυτόν το Άγιο Πνεύμα; Kαι πώς τροποποιείται σήμερα η «κυρίαρχη εκδοχή» περί limbo; Mάλλον δεν είναι «μεγάλη αλήθεια» αλλά μικρή αλήθεια...
Σοφιστικής συνέχεια: «Eάν ο Xριστός πραγματικά ήθελε να να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν η υπόσχεσή Tου ότι θα βρίσκεται μαζί με την Eκκλησία Tου, και εάν ήταν πραγματικά ο Yιός του Θεού, παντογνώστης και παντοδύναμος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων την ιστορία και ικανός να ελέγχει την πορεία της, τότε η Eκκλησία δικαιούται να ισχυρίζεται ότι έχει αλάθητη αυθεντία ως προς τα δόγματα. Tο συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται αν σκεφτούμε την τρομερή ποινή διά της οποίας υποστηρίζεται η αυθεντία της Eκκλησίας: όλοι όσοι αρνούνται να αποδεχθούν τη διδασκαλία της απειλούνται με την αιώνια καταδίκη».
Στη συνέχεια παρέχονται «αποδείξεις από τις Γραφές». Προτάσσεται όμως αυτό το καταπληκτικό: «Για να αποφύγουμε την παρεξήγηση και έτσι να προλάβουμε μιά συνήθη και κοινή αντίρρηση που βασίζεται εντελώς σε παρεξήγηση, πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεση ότι, όταν επικαλούμαστε τις Γραφές για απόδειξη της αλάθητης αυθεντίας της Eκκλησίας, τις επικαλούμαστε απλώς ως βάσιμες ιστορικές πηγές, και απολύτως ανεξάρτητα από τη θεοπνευστία τους. Aκόμα και αν θεωρηθούν καθαρά ανθρώπινα γραπτά, υποστηρίζουμε πως μας παρέχουν αξιόπιστη αναφορά των λόγων και των υποσχέσεων του Xριστού· θεωρώντας γεγονός ότι ο Xριστός είπε αυτά που Tού αποδίδονται στα Eυαγγέλια, υποστηρίζουμε επιπλέον ότι οι υποσχέσεις του Xριστού προς τους Aποστόλους και τους διαδόχους τους στο διδασκαλικό λειτούργημα περιλαμβάνουν την υπόσχεση καθοδηγήσεως και βοηθείας τέτοιας που υποδηλώνει καθαρά το αλάθητο. Έχοντας έτσι χρησιμοποιήσει τις Γραφές απλώς ως ιστορικές πηγές που αποδεικνύουν ότι ο Xριστός προίκισε την Eκκλησία με αλάθητη αυθεντία επί της διδασκαλίας δεν έχουμε φαύλο κύκλο αλλά μιά απόλυτα θεμιτή λογική διαδικασία, να βασιζόμαστε στην αυθεντία της Eκκλησίας για απόδειξη του ποιά κείμενα είναι θεόπνευστα».
Aπόλυτα θεμιτή λογική διαδικασία; Mα το παραπάνω είναι ο ορισμός του κυκλικού επιχειρήματος που προσπαθούν να αποφύγουν!
Mετά από αυτή τη δολιχοδρομία αναφέρονται και σχολιάζονται τα κυριότερα χωρία που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη γενική 'απόδειξη' του αλάθητου της Eκκλησίας (κατά Mατθαίο 28:18-20 και 16:18, κατά Iωάννη 14, 15 και 16, A' προς Tιμόθεο 3:14-15, Πράξεις 15:28 κ.ε.). Aς δούμε παραδείγματα του πώς αντιλαμβάνεται η Kαθ. Eγκυκλοπαίδεια τη χρήση τους ως ιστορικές πηγές. Aν τα παρακάτω δεν είναι κυκλικά επιχειρήματα, τότε ασφαλώς εγώ είμαι ο Πάπας:
Kατά Mατθαίο 16:18: "καγώ δέ σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ού κατισχύσουσιν αυτής". «Aυτό, υποστηρίζουμε, υποδηλώνει τη βεβαιότητα του αλάθητου της Eκκλησίας στην άσκηση του διδασκαλικού της λειτουργήματος». «Θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μιά τέτοια υπόσχεση είναι συμβατή με την υπόθεση ότι η Eκκλησία ενδέχεται να έχει σφάλει [...] και ότι διά μέσου όλης της ιστορίας της απειλούσε τους ανθρώπους με αιώνια καταδίκη στο όνομα του Xριστού αν αρνιόντουσαν να πιστέψουν δόγματα που είναι πιθανώς ψευδή και που ποτέ δεν τα δίδαξε ο Xριστός ο ίδιος. Aν ήταν έτσι, δεν θα ήταν προφανές ότι οι πύλες της κολάσεως είναι δυνατόν να κατισχύσουν και πιθανότατα έχουν άκρως κατισχύσει κατά της Eκκλησίας;»
"Kαι εγώ ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας [...] παρ' υμίν μένει και εν υμίν έσται" (κατά Iωάννη 14:16,17). "O δε παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν" (ο.π., 26). "Όταν δε έλθει εκείνος, το Πνεύμα της Aληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν" (κατά Iωάννη 16:13). «Yποδηλώνεται καθαρά η υπόσχεση του αλάθητου». «Στο βαθμό που το Άγιο Πνεύμα είναι υπεύθυνο για την Eκκλησιαστική διδασκαλία, η διδασκαλία αυτή είναι κατ' ανάγκην αλάθητη: ό,τι εγγυάται το Πνεύμα της αληθείας δεν μπορεί να είναι ψευδές».
A' προς Tιμόθεο 3:15: "εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας". «H περιγραφή αυτή θα ήταν χειρότερη από απλή υπερβολή αν προετίθετο να αφορά Eκκλησία που θα μπορούσε να σφάλλει: θα ήταν περιγραφή ψευδής και παραπλανητική».
Πιο κάτω παρέχονται «αποδείξεις από την παράδοση». Θαυμάστε τι θεωρείται απόδειξη:
«Aπό τα γράμματα του Aγ. Iγνατίου της Aντιοχείας είναι σαφής η μηδενική ανοχή του απέναντι σε σφάλματα και η πεποίθησή του ότι το επισκοπικό σώμα ήταν το εκ του Θεού ορισμένο και εκ του Θεού καθοδηγούμενο όργανο της αληθείας· και κανείς μελετητής της πρώιμης Xριστιανικής φιλολογίας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι, όπου προβάλλεται Θεία καθοδήγηση σε δογματικά ζητήματα, υποδηλώνεται το αλάθητο».
«Tόσο μηδενική ανοχή απέναντι σε σφάλματα είχε ο Άγ. Πολύκαρπος που [...] όταν συνάντησε τον Mαρκίωνα στο δρόμο στη Pώμη, δεν δίστασε να αποκαλέσει κατάμουτρα τον αιρετικό "πρωτότοκο του Σατανά"». «Tο πνεύμα [αυτής της ενέργειας] είναι ασύμβατο με πίστη σε Eκκλησία που μπορεί να σφάλει».
Tερτουλιανός: «Aς υποθέσουμε τώρα ότι όλες [οι Eκκλησίες] έχουν σφάλει. [... Aυτό θα σήμαινε ότι] το Άγιο Πνεύμα δεν επέβλεπε καμμία τους για να τις καθοδηγήσει προς την αλήθεια, παρότι ήταν σταλμένο από τον Xριστό, και εντεταλμένο από τον Πατέρα για αυτόν ακριβώς το σκοπό».
Xρειάζεται να εξηγήσουμε ότι και αυτές οι 'αποδείξεις' παίρνουν το αποδεικτέο ως δεδομένο;
H ωραιότερη όμως στιγμή του λήμματος είναι για μένα η παρακάτω - σε πλήρη σύμπνοια με τις ανάλογες κραυγές του Xριστόδουλου:
«Aπό πρακτική άποψη, η μοναδική εναλλακτική εκδοχή στο αλάθητο είναι η προσωπική κρίση, και αυτό μετά από αρκετούς αιώνες δοκιμών έχει βρεθεί πως οδηγεί αναπόφευκτα σε πλήρη ορθολογισμό». «Eίναι πάντοτε αναγκαίος ο πραγματικά αποτελεσματικός έλεγχος μέσω της αυθεντίας/εξουσίας ώστε να εμποδιστεί ο εκφυλισμός της ελευθερίας σε αναρχία· στη σφαίρα του Xριστιανικού δόγματος [...] ο μόνος αποτελεσματικός φραγμός κατά του Oρθολογισμού - του ανάλογου της πολιτικής αναρχίας - είναι μιά αλάθητη εκκλησιαστική αυθεντία/εξουσία».
Πόσο διάφανος και πόσο θλιβερός ο τρόμος των παπάδων μπροστά στο ενδεχόμενο προσωπικής κρίσεως, ελεύθερης σκέψεως και αμφισβητήσεως που μπορεί να ξεσκεπάσει τις ταχυδακτυλουργίες τους και να γκρεμίσει τα φανταστικά οικοδομήματά τους (και εδώ καθολικοί και ορθόδοξοι δεν έχουν καμμία διαφορά). Nα γιατί θέλουν υποταγμένους ανθρώπους, να γιατί πάντα συντάσσονται με τους εξουσιαστές και να γιατί πάντα βολεύουν τους εξουσιαστές - και να γιατί φωνάζουμε μερικοί.
Π
21.10.06
O Πάπας καταργεί το limbo (όχι το χορό...)
Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις πώς κατασκευάζονται και αφανίζονται πεποιθήσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο σκέψης εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων: από το πουθενά· έτσι, αυθαίρετα.
Μια μέρα, κάποιος ιερωμένος που τον βασάνιζε το θεολογικό «πρόβλημα» του τι γίνονται οι ψυχές των αβάπτιστων νηπίων που πεθαίνουν χωρίς να έχουν λάβει «τη χάρη του Αγίου Πνεύματος», ξύπνησε και επινόησε το Limbo (Limbus Infantium), έναν τόπο όπου πηγαίνουν αυτές ακριβώς οι ψυχές — μια που δεν μπορεί να πηγαίνουν ούτε στον Παράδεισο (είπαμε, μόνο οι «δικοί μας» πηγαίνουν εκεί), ούτε στην Κόλαση (αφού δεν έχουν προλάβει να «αμαρτήσουν»).
Αυτή η ιδέα διαδόθηκε ανά τους αιώνες στους πιστούς Καθολικούς, παρότι δεν αποτελούσε επίσημη διδαχή της εκκλησίας, και φυσικά δεν περιέχεται στη Βίβλο — κάποιος την έβγαλε από το μυαλό του.
Και τώρα, πριν από λίγο καιρό, ο νέος Πάπας αποφάσισε πως το Limbo θα πρέπει να καταργηθεί, ακριβώς διότι δεν αποτελεί μέρος της καθολικής διδασκαλίας.
Έτσι, απλά — και εξίσου αυθαίρετα.
(Δεν θα μπω στο θεο-λογικό μέρος της όλης υπόθεσης — θα μείνω στο λογικό. Η θεολογία βασίζεται στη σοφιστική, και η σοφιστική με κάνει να πλήττω αφόρητα. Αν δεν βαριέστε, πηγαίνετε στην Καθολική Εγκυκλοπαίδεια να διαβάσετε για τις φαντασιώσεις του παρελθόντος σχετικά με το θέμα.)
Η πίστη είναι το μεγαλύτερο placebo: βοηθά όσους την έχουν ανάγκη, όπως ακριβώς ματιάζονται όσοι πιστεύουν στο μάτι, «μαγεύονται» όσοι πιστεύουν στα «μάγια», και «θεραπεύονται» (ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν) όσοι πιστεύουν στην εκάστοτε «εναλλακτική θεραπεία» — αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Η πίστη, όμως, πολύ συχνά βασίζεται σε ένα ψέμα, ή σε ένα μύθο, ή σε μια δεισιδαιμονία που επινοήθηκε κάποτε για άλλους λόγους και μετά διαδόθηκε. Και, κάποια στιγμή, όταν η συγκεκριμένη δεισιδαιμονία δεν μας βολεύει, την καταργούμε. Η πίστη, όμως, τι γίνεται, τότε; Και όλοι εκείνοι οι πιστοί Καθολικοί που έχασαν κάποτε το αβάπτιστο παιδί τους και νόμιζαν πως ήξεραν πού βρίσκεται η «ψυχή» του — τι θα κάνουν, τώρα;
Γιατί — αντί να εφευρίσκουμε μεταφυσικά συστήματα και φανταστικά μέρη με φανταστικές ιδιότητες — γιατί δεν λέμε απλά την αλήθεια στους ανθρώπους; Γιατί πρέπει να τους γεμίζουμε ψέματα για να τους παρηγορήσουμε; Γιατί;
Και πόσο αληθινή είναι μια τέτοια παρηγοριά;
Μια μέρα, κάποιος ιερωμένος που τον βασάνιζε το θεολογικό «πρόβλημα» του τι γίνονται οι ψυχές των αβάπτιστων νηπίων που πεθαίνουν χωρίς να έχουν λάβει «τη χάρη του Αγίου Πνεύματος», ξύπνησε και επινόησε το Limbo (Limbus Infantium), έναν τόπο όπου πηγαίνουν αυτές ακριβώς οι ψυχές — μια που δεν μπορεί να πηγαίνουν ούτε στον Παράδεισο (είπαμε, μόνο οι «δικοί μας» πηγαίνουν εκεί), ούτε στην Κόλαση (αφού δεν έχουν προλάβει να «αμαρτήσουν»).
Αυτή η ιδέα διαδόθηκε ανά τους αιώνες στους πιστούς Καθολικούς, παρότι δεν αποτελούσε επίσημη διδαχή της εκκλησίας, και φυσικά δεν περιέχεται στη Βίβλο — κάποιος την έβγαλε από το μυαλό του.
Και τώρα, πριν από λίγο καιρό, ο νέος Πάπας αποφάσισε πως το Limbo θα πρέπει να καταργηθεί, ακριβώς διότι δεν αποτελεί μέρος της καθολικής διδασκαλίας.
Έτσι, απλά — και εξίσου αυθαίρετα.
(Δεν θα μπω στο θεο-λογικό μέρος της όλης υπόθεσης — θα μείνω στο λογικό. Η θεολογία βασίζεται στη σοφιστική, και η σοφιστική με κάνει να πλήττω αφόρητα. Αν δεν βαριέστε, πηγαίνετε στην Καθολική Εγκυκλοπαίδεια να διαβάσετε για τις φαντασιώσεις του παρελθόντος σχετικά με το θέμα.)
Η πίστη είναι το μεγαλύτερο placebo: βοηθά όσους την έχουν ανάγκη, όπως ακριβώς ματιάζονται όσοι πιστεύουν στο μάτι, «μαγεύονται» όσοι πιστεύουν στα «μάγια», και «θεραπεύονται» (ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν) όσοι πιστεύουν στην εκάστοτε «εναλλακτική θεραπεία» — αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Η πίστη, όμως, πολύ συχνά βασίζεται σε ένα ψέμα, ή σε ένα μύθο, ή σε μια δεισιδαιμονία που επινοήθηκε κάποτε για άλλους λόγους και μετά διαδόθηκε. Και, κάποια στιγμή, όταν η συγκεκριμένη δεισιδαιμονία δεν μας βολεύει, την καταργούμε. Η πίστη, όμως, τι γίνεται, τότε; Και όλοι εκείνοι οι πιστοί Καθολικοί που έχασαν κάποτε το αβάπτιστο παιδί τους και νόμιζαν πως ήξεραν πού βρίσκεται η «ψυχή» του — τι θα κάνουν, τώρα;
Γιατί — αντί να εφευρίσκουμε μεταφυσικά συστήματα και φανταστικά μέρη με φανταστικές ιδιότητες — γιατί δεν λέμε απλά την αλήθεια στους ανθρώπους; Γιατί πρέπει να τους γεμίζουμε ψέματα για να τους παρηγορήσουμε; Γιατί;
Και πόσο αληθινή είναι μια τέτοια παρηγοριά;
16.10.06
Άλλα βλέπουν τα μάτια μου, κι άλλα ακούν τ' αυτιά μου
Η ασθένεια της μεταγλώττισης εξαπλώνεται σαν τη Μαύρη Πανούκλα.
Στην αρχή, εμφανίστηκαν τα ντοκιμαντέρ και τα παιδικά προγράμματα. Εκεί, η μεταγλώττιση ήταν χρήσιμη, για να μπορούν τα παιδιά να παρακολουθούν απρόσκοπτα – και, σε κάποιες περιπτώσεις (σε ταινίες της Disney, π.χ.), επιτυχημένη.
Μετά, ακολούθησαν οι λατινοαμερικάνικες (κυρίως) καθημερινές αισθηματικές σειρές. Αυτές απευθύνονταν συνήθως σε ένα συγκεκριμένο είδος νοικοκυράς, οπότε κι εκεί η μεταγλώττιση ήταν χρήσιμη – κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τις έβλεπαν και παιδιά.
Τώρα, έχουμε ολόκληρο τηλεοπτικό σταθμό αφιερωμένο στην τέχνη της μεταγλώττισης.
Τον Σκάι.
Το πρώτο παράπονό μου, είναι ότι ακούγονται παντού οι ίδιες φωνές· σε ντοκιμαντέρ, σε σειρές, σε προγράμματα μαγειρικής, σε «σόου» – παντού.
Αλλά αυτό είναι απλό πταίσμα – το κακούργημα συντελείται σε σειρές όπως το Mythbusters και το Top Gear. Για όσους δεν γνωρίζουν, το πρώτο είναι μια εκπομπή όπου δυο τύποι που ασχολούνται με ειδικά εφέ προσπαθούν να δουν αν κάποιοι ευρέως διαδεδομένοι μύθοι ευσταθούν ή όχι· το δεύτερο, είναι εκπομπή για το αυτοκίνητο. Και στις δυο σειρές, οι παρουσιαστές μιλούν γρήγορα, γελάνε συχνά, χρησιμοποιούν ιδιότυπες εκφράσεις, επιφωνήματα, κ.τ.λ.. Όλα αυτά χάνονται στη μεταγλώττιση, όσο κι αν προσπαθούν οι εκφωνητές – και, εδώ που τα λέμε, καλύτερα να μην προσπαθούν, γιατί το αποτέλεσμα είναι εντελώς αλλόκοτο.
Ξέρω ότι στη Γερμανία και τη Γαλλία (τουλάχιστον) η μεταγλώττιση είναι κοινή πρακτική, που μάλιστα επεκτείνεται και στον κινηματογράφο. Δεν ξέρω αν εκεί το κάνουν καλύτερα – αλλά και πάλι, η σκέψη να ακούω τον Τζον Γουέιν να «μιλά» γερμανικά, ή τον Κρίστοφερ Λη γαλλικά, μου φαίνεται κάπως…
Και, για να μην ξεχνάμε και τη δουλειά μας, συχνά οι μεταφράσεις που βρίσκονται πίσω από τις μεταγλωττίσεις είναι του ποδαριού. Πριν από λίγο καιρό, κάθησα με ενθουσιασμό να παρακολουθήσω ένα πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τον τυφώνα «Κατρίνα» που χτύπησε πέρυσι τη Νέα Ορλεάνη, και κάθε τρεις και λίγο τιναζόμουν από τη θέση μου μ’ αυτά που άκουγα. Ξέρετε, είναι αυτό το αίσθημα που έχεις όταν ακούς κάτι ολοφάνερα λάθος (καλά, δεν διαβάζουν αυτά που γράφουν, και δεν ακούν αυτά που λένε;) και σου έρχεται αμέσως στο μυαλό η αγγλική λέξη ή φράση την οποία παρερμήνευσαν οι μεταφραστές. Θα σημειώσω μόνο ότι η λέξη «massive» δεν σημαίνει πάντοτε «μαζικός» (μπορεί να σημαίνει και «πελώριος», «τεράστιος», «επιβλητικός» ή «ογκώδης», ειδικά όταν μιλάμε για λίμνες ή εκτάσεις), και ότι η λέξη «fail» δεν σημαίνει πάντοτε «αποτυγχάνω» (μπορεί να σημαίνει επίσης, μεταξύ άλλων, «εξασθενώ», «υποχωρώ» ή «χαλάω», ειδικά όταν μιλάμε για μηχανές ή φράγματα).
Και, βέβαια, υπάρχει κι ένα θέμα αισθητικής: θέλω να ακούω τον πρωτότυπο ήχο. Ο ήχος δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα· αποτελεί ουσιαστικό μέρος του συνόλου. Στο DVD, έχω τη δυνατότητα να επιλέξω – στην τηλεόραση, όχι.
Στην αρχή, εμφανίστηκαν τα ντοκιμαντέρ και τα παιδικά προγράμματα. Εκεί, η μεταγλώττιση ήταν χρήσιμη, για να μπορούν τα παιδιά να παρακολουθούν απρόσκοπτα – και, σε κάποιες περιπτώσεις (σε ταινίες της Disney, π.χ.), επιτυχημένη.
Μετά, ακολούθησαν οι λατινοαμερικάνικες (κυρίως) καθημερινές αισθηματικές σειρές. Αυτές απευθύνονταν συνήθως σε ένα συγκεκριμένο είδος νοικοκυράς, οπότε κι εκεί η μεταγλώττιση ήταν χρήσιμη – κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τις έβλεπαν και παιδιά.
Τώρα, έχουμε ολόκληρο τηλεοπτικό σταθμό αφιερωμένο στην τέχνη της μεταγλώττισης.
Τον Σκάι.
Το πρώτο παράπονό μου, είναι ότι ακούγονται παντού οι ίδιες φωνές· σε ντοκιμαντέρ, σε σειρές, σε προγράμματα μαγειρικής, σε «σόου» – παντού.
Αλλά αυτό είναι απλό πταίσμα – το κακούργημα συντελείται σε σειρές όπως το Mythbusters και το Top Gear. Για όσους δεν γνωρίζουν, το πρώτο είναι μια εκπομπή όπου δυο τύποι που ασχολούνται με ειδικά εφέ προσπαθούν να δουν αν κάποιοι ευρέως διαδεδομένοι μύθοι ευσταθούν ή όχι· το δεύτερο, είναι εκπομπή για το αυτοκίνητο. Και στις δυο σειρές, οι παρουσιαστές μιλούν γρήγορα, γελάνε συχνά, χρησιμοποιούν ιδιότυπες εκφράσεις, επιφωνήματα, κ.τ.λ.. Όλα αυτά χάνονται στη μεταγλώττιση, όσο κι αν προσπαθούν οι εκφωνητές – και, εδώ που τα λέμε, καλύτερα να μην προσπαθούν, γιατί το αποτέλεσμα είναι εντελώς αλλόκοτο.
Ξέρω ότι στη Γερμανία και τη Γαλλία (τουλάχιστον) η μεταγλώττιση είναι κοινή πρακτική, που μάλιστα επεκτείνεται και στον κινηματογράφο. Δεν ξέρω αν εκεί το κάνουν καλύτερα – αλλά και πάλι, η σκέψη να ακούω τον Τζον Γουέιν να «μιλά» γερμανικά, ή τον Κρίστοφερ Λη γαλλικά, μου φαίνεται κάπως…
Και, για να μην ξεχνάμε και τη δουλειά μας, συχνά οι μεταφράσεις που βρίσκονται πίσω από τις μεταγλωττίσεις είναι του ποδαριού. Πριν από λίγο καιρό, κάθησα με ενθουσιασμό να παρακολουθήσω ένα πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τον τυφώνα «Κατρίνα» που χτύπησε πέρυσι τη Νέα Ορλεάνη, και κάθε τρεις και λίγο τιναζόμουν από τη θέση μου μ’ αυτά που άκουγα. Ξέρετε, είναι αυτό το αίσθημα που έχεις όταν ακούς κάτι ολοφάνερα λάθος (καλά, δεν διαβάζουν αυτά που γράφουν, και δεν ακούν αυτά που λένε;) και σου έρχεται αμέσως στο μυαλό η αγγλική λέξη ή φράση την οποία παρερμήνευσαν οι μεταφραστές. Θα σημειώσω μόνο ότι η λέξη «massive» δεν σημαίνει πάντοτε «μαζικός» (μπορεί να σημαίνει και «πελώριος», «τεράστιος», «επιβλητικός» ή «ογκώδης», ειδικά όταν μιλάμε για λίμνες ή εκτάσεις), και ότι η λέξη «fail» δεν σημαίνει πάντοτε «αποτυγχάνω» (μπορεί να σημαίνει επίσης, μεταξύ άλλων, «εξασθενώ», «υποχωρώ» ή «χαλάω», ειδικά όταν μιλάμε για μηχανές ή φράγματα).
Και, βέβαια, υπάρχει κι ένα θέμα αισθητικής: θέλω να ακούω τον πρωτότυπο ήχο. Ο ήχος δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα· αποτελεί ουσιαστικό μέρος του συνόλου. Στο DVD, έχω τη δυνατότητα να επιλέξω – στην τηλεόραση, όχι.
14.10.06
Λογική και Αναισθησία – Μέρος Β΄: Αναισθησία
Υπάρχει μια άποψη, δημοφιλής μεταξύ των κυβερνώντων και άλλων «νεοφιλελεύθερων» (τα εισαγωγικά απαραίτητα), που λέει ότι η τέχνη πρέπει να λειτουργεί με βάση την (οικονομική) ανταποδοτικότητα – να βγάζει η ίδια τα λεφτά της, ή, τέλος πάντων, να βρει ιδιώτες χορηγούς και να πάψει να ζητά μερίδιο από τα κρατικά κονδύλια.
Εδώ υπάρχουν πολλά προβλήματα...
Κατ’ αρχήν, υπάρχουν τομείς σε ένα κράτος οι οποίοι εξ ορισμού δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να «βγάλουν τα λεφτά τους»: τέτοιοι είναι η άμυνα, η παιδεία και η υγεία, που τα αγαθά τους πρέπει να προσφέρονται από το κράτος, ή και από το κράτος, ώστε να μπορούν να τα απολαμβάνουν όλοι. Θεωρώ πως ένας τέτοιος τομέας είναι και ο πολιτισμός, και συγκεκριμένα η τέχνη.
Δεν θα μπω στη διαδικασία να ξεχωρίσω τι είναι τέχνη και τι δεν είναι, ούτε τι είναι καλή και κακή τέχνη. Νομίζω πως ένας πολιτισμός χρειάζεται όλες τις εκφάνσεις τις τέχνης, και τις «υψηλές» και τις «ταπεινές» (και τον Μπετόβεν και το μπουζούκι, για να θυμίσω και την ομότιτλη ελληνική ταινία) – απλώς θα δηλώσω ότι προτιμώ μάλλον κάτι που φτιάχτηκε για να εκφράσει τον άνθρωπο που το δημιούργησε, παρά κάτι που φτιάχτηκε βάσει συνταγής για να πουλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Το πρόβλημα με την τέχνη, σήμερα, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της δεν έχει απήχηση στο ευρύ κοινό. Αυτό το πρόβλημα είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο προσόν της, γιατί σημαίνει πως ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να πάρει τον δρόμο που επέλεξε ο ίδιος, χωρίς υποχωρήσεις. Το (φυσικό) αποτέλεσμα είναι ότι στις συναυλίες σύγχρονης μουσικής, για παράδειγμα, το ακροατήριο αποτελείται από συνθέτες, μουσικούς, και γενικά ανθρώπους που ασχολούνται ενεργά με το αντικείμενο. Παραδοσιακού τύπου κοινό, που θα θελήσει να πληρώσει εισιτήριο για κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει.
Αντίστοιχα, ένας ζωγράφος, γλύπτης, κ.τ.λ. δεν βρίσκει εύκολα αγοραστές για τα έργα του, ούτε μπορεί, βέβαια, να περιμένει κάποια παραγγελία για να κάτσει να δημιουργήσει. Και υπάρχουν και τομείς όπου χρειάζεται σημαντική αρχική επένδυση για να γεννηθεί το έργο τέχνης, όπως π.χ. μια θεατρική παράσταση ή μια κινηματογραφική ταινία.
Πώς, λοιπόν, θα υπάρξει ανταποδοτικότητα στην τέχνη; Τα μεγάλα και γνωστά ονόματα θα πουλήσουν – το κοινό τους γνωρίζει, έχει παρακολουθήσει το ως τώρα έργο τους, και θα συνεχίσει να τους αγκαλιάζει. Οι υπόλοιποι; Τι θα κάνουν;
Θα ψάξουν να βρουν χορηγούς. Ωραία. Και οι χορηγοί – ποιον θα προτιμήσουν; Κάποιον γνωστό, ή κάποιον παντελώς άγνωστο; Κάποιον που θεωρείται καλός από τους κριτικούς, ή κάποιον που αντικειμενικά δεν είναι και πολύ καλός;
Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της αναισθησίας – και μάλιστα σε ευθεία αντιπαράθεση προς την (απαραίτητη) ευαισθησία του καλλιτέχνη. (Υπ’ όψιν: λέγοντας «ευαισθησία» αναφέρομαι στις «κεραίες» με τις οποίες ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει τη γύρω του πραγματικότητα ή τη φαντασία του, και τα «φίλτρα» απ’ όπου περνάει όλα αυτά τα ερεθίσματα για να παραγάγει το τελικό προϊόν του.)
Έχω ακούσει αρκετούς ανθρώπους να λένε ότι, αφού οι καλοί τα βγάζουν τα χρήματά τους, τους μέτριους δεν τους χρειαζόμαστε – οπότε, γιατί να τους πληρώνουμε μέσω κρατικών επιχορηγήσεων;
Αφ’ ενός, δεν είναι σωστό ότι οι καλοί βγάζουν τα χρήματά τους. (Και ποιοι είναι οι καλοί, άλλωστε;) Μήπως στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως θεωρούνται καλοί αυτοί που «πουλάνε»;
Αφ’ ετέρου (και εδώ είναι η ουσία όλων όσων προσπαθώ να πω τόση ώρα και δεν μπορώ να τα εκφράσω όπως ακριβώς θέλω), πώς μπορείς να λες ότι δεν χρειάζεσαι τους μέτριους; Από πού βγήκαν, δηλαδή, οι κορυφαίοι καλλιτέχνες; Από το πουθενά; Είναι γενικώς παραδεκτό ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Ε, λοιπόν, ούτε και στους καλλιτέχνες υπάρχει. Δεν μπορείς να επαφίεσαι (ως κράτος, εννοώ) στην τύχη για να σου προκύψουν 1-2 σπουδαίοι καλλιτέχνες ανά δεκαετία. Το οικοδόμημα της τέχνης έχει μορφή πυραμίδας: στην κορυφή βρίσκονται οι λίγοι κορυφαίοι (οποία έκπληξις...). Από κάτω υπάρχουν οι (λίγο περισσότεροι) πολύ καλοί, πιο κάτω οι (ακόμη περισσότεροι) καλοί, ακόμη πιο κάτω πολλοί μέτριοι, και στη βάση πάρα πολλοί ερασιτέχνες – καλοί και κακοί. Πρέπει να τους βοηθήσεις όλους, γιατί από αυτή τη μεγάλη δεξαμενή θα αναδυθούν οι αυριανοί κορυφαίοι καλλιτέχνες, και γιατί δεν μπορείς να ξέρεις εκ των προτέρων ποιος θα γίνει σπουδαίος και ποιος όχι. Αν παραβλέψεις τα «κατώτερα» στρώματα, τη βάση, οι μεγάλοι καλλιτέχνες που θα παραγάγεις θα είναι αποκυήματα της θεάς τύχης – ή δεν θα είναι καθόλου μεγάλοι, παρά μόνο στα δικά σου, αλλήθωρα, μάτια...
Η τέχνη χρειάζεται χρήματα. Δεν λέω τίποτε καινοφανές εδώ – το δείχνει και η ιστορία. Οι ιδιωτικοί χορηγοί, όμως, έχουν την τάση να προτιμούν «γνωστούς» καλλιτέχνες. Καλά κάνουν, από την πλευρά τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η τέχνη έχει ανάγκη την οικονομική αρωγή του κράτους, προκειμένου να είναι πρώτα εφικτή (ειδικά σε μικρή κλίμακα), και κατόπιν προσβάσιμη από το ευρύ κοινό. Και όσο συνεχίζεται (σε όλη τη Δύση) η προέλαση της έννοιας της «ανταποδοτικότητας», το μέλλον διαγράφεται όλο και πιο δύσκολο...
Εδώ υπάρχουν πολλά προβλήματα...
Κατ’ αρχήν, υπάρχουν τομείς σε ένα κράτος οι οποίοι εξ ορισμού δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να «βγάλουν τα λεφτά τους»: τέτοιοι είναι η άμυνα, η παιδεία και η υγεία, που τα αγαθά τους πρέπει να προσφέρονται από το κράτος, ή και από το κράτος, ώστε να μπορούν να τα απολαμβάνουν όλοι. Θεωρώ πως ένας τέτοιος τομέας είναι και ο πολιτισμός, και συγκεκριμένα η τέχνη.
Δεν θα μπω στη διαδικασία να ξεχωρίσω τι είναι τέχνη και τι δεν είναι, ούτε τι είναι καλή και κακή τέχνη. Νομίζω πως ένας πολιτισμός χρειάζεται όλες τις εκφάνσεις τις τέχνης, και τις «υψηλές» και τις «ταπεινές» (και τον Μπετόβεν και το μπουζούκι, για να θυμίσω και την ομότιτλη ελληνική ταινία) – απλώς θα δηλώσω ότι προτιμώ μάλλον κάτι που φτιάχτηκε για να εκφράσει τον άνθρωπο που το δημιούργησε, παρά κάτι που φτιάχτηκε βάσει συνταγής για να πουλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Το πρόβλημα με την τέχνη, σήμερα, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της δεν έχει απήχηση στο ευρύ κοινό. Αυτό το πρόβλημα είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο προσόν της, γιατί σημαίνει πως ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να πάρει τον δρόμο που επέλεξε ο ίδιος, χωρίς υποχωρήσεις. Το (φυσικό) αποτέλεσμα είναι ότι στις συναυλίες σύγχρονης μουσικής, για παράδειγμα, το ακροατήριο αποτελείται από συνθέτες, μουσικούς, και γενικά ανθρώπους που ασχολούνται ενεργά με το αντικείμενο. Παραδοσιακού τύπου κοινό, που θα θελήσει να πληρώσει εισιτήριο για κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει.
Αντίστοιχα, ένας ζωγράφος, γλύπτης, κ.τ.λ. δεν βρίσκει εύκολα αγοραστές για τα έργα του, ούτε μπορεί, βέβαια, να περιμένει κάποια παραγγελία για να κάτσει να δημιουργήσει. Και υπάρχουν και τομείς όπου χρειάζεται σημαντική αρχική επένδυση για να γεννηθεί το έργο τέχνης, όπως π.χ. μια θεατρική παράσταση ή μια κινηματογραφική ταινία.
Πώς, λοιπόν, θα υπάρξει ανταποδοτικότητα στην τέχνη; Τα μεγάλα και γνωστά ονόματα θα πουλήσουν – το κοινό τους γνωρίζει, έχει παρακολουθήσει το ως τώρα έργο τους, και θα συνεχίσει να τους αγκαλιάζει. Οι υπόλοιποι; Τι θα κάνουν;
Θα ψάξουν να βρουν χορηγούς. Ωραία. Και οι χορηγοί – ποιον θα προτιμήσουν; Κάποιον γνωστό, ή κάποιον παντελώς άγνωστο; Κάποιον που θεωρείται καλός από τους κριτικούς, ή κάποιον που αντικειμενικά δεν είναι και πολύ καλός;
Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της αναισθησίας – και μάλιστα σε ευθεία αντιπαράθεση προς την (απαραίτητη) ευαισθησία του καλλιτέχνη. (Υπ’ όψιν: λέγοντας «ευαισθησία» αναφέρομαι στις «κεραίες» με τις οποίες ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει τη γύρω του πραγματικότητα ή τη φαντασία του, και τα «φίλτρα» απ’ όπου περνάει όλα αυτά τα ερεθίσματα για να παραγάγει το τελικό προϊόν του.)
Έχω ακούσει αρκετούς ανθρώπους να λένε ότι, αφού οι καλοί τα βγάζουν τα χρήματά τους, τους μέτριους δεν τους χρειαζόμαστε – οπότε, γιατί να τους πληρώνουμε μέσω κρατικών επιχορηγήσεων;
Αφ’ ενός, δεν είναι σωστό ότι οι καλοί βγάζουν τα χρήματά τους. (Και ποιοι είναι οι καλοί, άλλωστε;) Μήπως στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο; Μήπως θεωρούνται καλοί αυτοί που «πουλάνε»;
Αφ’ ετέρου (και εδώ είναι η ουσία όλων όσων προσπαθώ να πω τόση ώρα και δεν μπορώ να τα εκφράσω όπως ακριβώς θέλω), πώς μπορείς να λες ότι δεν χρειάζεσαι τους μέτριους; Από πού βγήκαν, δηλαδή, οι κορυφαίοι καλλιτέχνες; Από το πουθενά; Είναι γενικώς παραδεκτό ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Ε, λοιπόν, ούτε και στους καλλιτέχνες υπάρχει. Δεν μπορείς να επαφίεσαι (ως κράτος, εννοώ) στην τύχη για να σου προκύψουν 1-2 σπουδαίοι καλλιτέχνες ανά δεκαετία. Το οικοδόμημα της τέχνης έχει μορφή πυραμίδας: στην κορυφή βρίσκονται οι λίγοι κορυφαίοι (οποία έκπληξις...). Από κάτω υπάρχουν οι (λίγο περισσότεροι) πολύ καλοί, πιο κάτω οι (ακόμη περισσότεροι) καλοί, ακόμη πιο κάτω πολλοί μέτριοι, και στη βάση πάρα πολλοί ερασιτέχνες – καλοί και κακοί. Πρέπει να τους βοηθήσεις όλους, γιατί από αυτή τη μεγάλη δεξαμενή θα αναδυθούν οι αυριανοί κορυφαίοι καλλιτέχνες, και γιατί δεν μπορείς να ξέρεις εκ των προτέρων ποιος θα γίνει σπουδαίος και ποιος όχι. Αν παραβλέψεις τα «κατώτερα» στρώματα, τη βάση, οι μεγάλοι καλλιτέχνες που θα παραγάγεις θα είναι αποκυήματα της θεάς τύχης – ή δεν θα είναι καθόλου μεγάλοι, παρά μόνο στα δικά σου, αλλήθωρα, μάτια...
Η τέχνη χρειάζεται χρήματα. Δεν λέω τίποτε καινοφανές εδώ – το δείχνει και η ιστορία. Οι ιδιωτικοί χορηγοί, όμως, έχουν την τάση να προτιμούν «γνωστούς» καλλιτέχνες. Καλά κάνουν, από την πλευρά τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η τέχνη έχει ανάγκη την οικονομική αρωγή του κράτους, προκειμένου να είναι πρώτα εφικτή (ειδικά σε μικρή κλίμακα), και κατόπιν προσβάσιμη από το ευρύ κοινό. Και όσο συνεχίζεται (σε όλη τη Δύση) η προέλαση της έννοιας της «ανταποδοτικότητας», το μέλλον διαγράφεται όλο και πιο δύσκολο...
Subscribe to:
Posts (Atom)
